Σιμπίου

Κυπριανός Σούτσου, Λέκτορας ΔΠΘ

Raluca Popa, Αρχιτέκτων Πανεπιστημίου Ion Mincu Βουκουρεστίου

1.Η ΠΟΛΗ ΣΙΜΠΙΟΥ – ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Εικόνα 1: Σημερινό τοπογραφικό διάγραμμα της πόλης Σιμπίου
Εικόνα 2: Τοπογραφικό διάγραμμα της πόλης του Σιμπίου κατά το έτος 1699
Εικόνα 3: Τοπογραφικό διάγραμμα της πόλης του Σιμπίου κατά το έτος 1835
Εικόνα 4: Τοπογραφικό διάγραμμα της πόλης του Σιμπίου κατά το έτος 1875

 

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΙΜΠΙΟΥ

Διεύθυνση: οδός Zăvoi αριθμ. 79, Σιμπίου, νομός Σιμπίου, Τ.Κ. 550036, Ρουμανία
Τηλ.: 0040-269-229681, 0040-745-145692
Φαξ.: 0040-269-229681
Πρόεδρος: Ράντου Χρήστος Μπουγιούκας [Radu Hristu Buiuca]
Αριθμός μελών: 90
Έτος ιδρύσεως: 1976 (επανιδρύθηκε στις 7 Μαρτίου του 2003)

 

2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΣΙΜΠΙΟΥ

 

11ος αιώνας  – Εγκατάσταση των Ελλήνων μοναχών από το Achtum στην περιοχή Banat, στην τοποθεσία Morisena, στο μοναστήρι του Ιωάννη του Βαπτιστή. [1]
1191, 20 Δεκεμβρίου  – Ο Πάπας Σελεστίνος ο Γ΄ εκδίδει μία απόφαση, όπου αναφέρεται για πρώτη φορά εγγράφως η πόλη Σιμπίου ως τοποθεσία των Γερμανών.[2]
1204 - Αναφορά από ορθόδοξο επίσκοπο της περιοχής Crişana  στους «Έλληνες μοναχούς» της Τρανσυλβανίας. [3]
1224 - Ο Βασιλιάς Ανδρέας Β΄ (1205-1235) εξέδωσε τη «Χρυσή Βούλα» της ίδρυσης του Κομιτάτου του Σιμπίου, υπό τη διοίκηση ενός κόμη διορισμένου από τον βασιλιά, με έδρα το Σιμπίου. [4]
1241 - Επιδρομές των ταταρικών ορδών.
1292 - Μνεία του πρώτου νοσοκομείου που ιδρύεται στο μετέπειτα έδαφος του ρουμανικού κράτους.
1321 - Η πόλη Σιμπίου αναφέρεται με το όνομα Hermannsdorf. [5]
1355 - Ιδρύεται η επαρχία Sibiu, που περιελάμβανε επτά έδρες (Orăştie, Sebeş, Miercurea, Sibiu, Nocrich, Cincu και Rupea), στις οποίες θα προστεθούν αργότερα ακόμα τρεις (Sighişoara, Mediaş και Şeica Mare), που αποτελούνταν από το σύνολο των χωριών με ρουμανικό ή μικτό σαξονο-ρουμανικό πληθυσμό, υπό το ίδιο πολιτικο-διοικητικό καθεστώς.[6]
1366 - Το Σιμπίου αναφέρεται για πρώτη φορά με το όνομα Hermannstadt. Ολοκληρώνονται οι εργασίες για την κατασκευή του τρίτου οχυρωματικού περιβόλου.[7]
1376 - Περιγράφονται οι δραστηριότητες των πρώτων 19 συντεχνιών της πόλης, με (25) επαγγέλματα, μέλη των οποίων ήταν και τεχνίτες που δραστηριοποιούνταν στη Βλαχία και τη Μολδαβία.[8]
1380 - Μνεία του πρώτου σχολείου της πόλης.

 

Η ΠΟΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

1432 - Η πρώτη τουρκική πολιορκία της πόλης.
1438 - Ο Πάπας Ευγένιος ο Δ΄ αναφέρει το Σιμπίου ως προπύργιο υπεράσπισης ολόκληρης της Χριστιανοσύνης.
1462 - Στο Σιμπίου συντάσσεται το παλαιότερο γερμανικό χειρόγραφο της Τρανσυλβανίας.
1494 - Υπάρχει αναφορά για το πρώτο φαρμακείο, το παλαιότερο της Ρουμανίας.
1541- Η Τρανσυλβανία μετατρέπεται σε αυτόνομο πριγκιπάτο, υπό οθωμανική επικυριαρχία. [9]
1545 - Η πρώτη αναφορά των Ελλήνων στην πόλη του Σιμπίου. Το Διοικητικό Συμβούλιο της πόλης ορίζει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες οι Έλληνες μπορούν να πουλούν τα εμπορεύματά τους.[10]
1551 - Η Δίαιτα (Βουλή) της πόλης Târgu Mureş απαγορεύει στους Έλληνες επιχειρηματίες να εμπορεύονται στην Τρανσυλβανία. Αυτοί μπορούσαν να πουλούν τα εμπορεύματά τους στο Μπρασόβ και το Σιμπίου μόνο με τη μεσολάβηση των εμπόρων της Βλαχίας.[11]
1581, 20 Νοεμβρίου – Η Βουλή της Τρανσυλβανίας (γνωστή και ως περιοχή Ardeal) λαμβάνει νέα μέτρα για τον περιορισμό των προνομίων των Ελλήνων.[12]
1583 - Η Βουλή της Τρανσυλβανίας καθορίζει με σαφήνεια ότι η αποθήκευση των εμπορευμάτων επιτρέπεται στις τοποθεσίες Caransebeş, Braşov και Sibiu. [13]
1599 - Η μάχη του Şelimbăr, με επικεφαλής τον Mihai Viteazul, εξελίσσεται κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια των κατοίκων του Σιμπίου.
17ος αιώνας – Καθίσταται όλο και πιο έντονη η συμμετοχή των Ελλήνων στην οικονομική και πολιτική ζωή των Ρουμανικών Πριγκιπάτων. Την εποχή του Ηγεμόνα Vasile Lupu (1634 – 1653), πολλοί Έλληνες μοναχοί εγκαθίστανται στη χώρα ενώ και η ελληνική γλώσσα εισάγεται στον εκκλησιαστικό βίο.[14]
1636, 8 Ιουλίου – Ο Πρίγκιπας της Τρανσυλβανίας Gh. Rakoczy I΄, εκδίδει γενικό εμπορικό προνόμιο που θα αποτελέσει τη νομική βάση για τη δημιουργία των Ελληνικών Κομπανιών της Τρανσυλβανίας.[15]
1639, Ιανουάριος – Ιδρύεται η Ελληνική Κομπανία Εμπόρων, με πρότυπο τις αγγλικές εμπορικές εταιρείες της εποχής. Τα μέλη της προμηθεύονταν εμπορεύματα από τη Βενετία και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.[16]
1656 - Οι σαξονικής (γερμανικής) καταγωγής έμποροι της πόλης πείθουν τις αρχές να επιβάλλουν περιορισμούς στους χριστιανούς ορθοδόξους όσον αφορά τη διαμονή τους στην πόλη, τις εμπορικές δραστηριότητες, ακόμη και την απαγόρευση της άσκησης θρησκευτικών ελευθεριών.
1661 - Ο Επίσκοπος Λεόντιος αφήνει με διαθήκη στην Κομπανία, μεταξύ άλλων, και βιβλία γραμμένα στην ελληνική γλώσσα, που είχαν εκδοθεί στη Βενετία.[17]
1675, 1676 – Συσκέψεις της Βουλής της Τρανσυλβανίας για τον περιορισμό της επιρροής των Ελλήνων στο εμπόριο αγαθών και ζώων.
1690 - Μέλη της Ελληνικής Κομπανίας, έμποροι από τα Ιωάννινα και τη Θεσσαλονίκη, αγοράζουν ένα οικόπεδο εκτός πόλεως, από τους χωρικούς του Bungrad. Ταυτόχρονα, εξασφαλίζουν από τις αρχές την άδεια για να χτίσουν δικό τους ναό, με προϋπόθεση να πληρώσουν 100 ουγγρικά φιορίνια στη γερμανική εκκλησία του χωριού.[18]
1692–1790 – Η Τρανσυλβανία μετατρέπεται σε μεγάλο πριγκιπάτο, στο πλαίσιο της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, με διοικητική εξουσία και κυβερνητική έδρα το Σιμπίου.
1700, 12 Σεπτεμβρίου – Με το «Δίπλωμα του Λεοπόλδου», ο ομώνυμος αυτοκράτορας ενισχύει και πολλαπλασιάζει τα δικαιώματα των Ελλήνων εμπόρων, οι οποίοι μπορούν να αναπτύξουν εμπορική δραστηριότητα τόσο χονδρικά όσο και λιανικά, σε όλες τις πόλεις και όλες τις ημέρες.[19]
1718 - Οι Έλληνες της Τρανσυλβανίας τίθενται υπό την προστασία του αυτοκράτορα, όντας υπόλογοι μόνο στην αυτοκρατορική καγκελαρία των Αψβούργων.[20]
1737 - Αναφέρεται ότι ο φόρος υποτέλειας που υποχρεούντο να πληρώνουν τα μέλη της Ελληνικής Κομπανίας στον πρίγκιπα της χώρας, ανήρχετο στα 2.586 φιορίνια, ποσό που συγκεντρωνόταν με την έγκριση όλων των μελών της κομπανίας).[21]

1742 - Με απόφαση της Μαρίας Θηρεσίας παραχωρείται αυστριακή υπηκοότητα στα μέλη των Ελληνικών Κομπανιών. Κατόπιν τούτου, πολλοί Έλληνες εγκαθίστανται οριστικά στην Τρανσυλβανία, επανενώνοντας τις οικογένειές τους.
1752 - Λαμβάνουν χώρα οι πρώτες παραστάσεις θεάτρου σε πρόχειρα διαμορφωμένο χώρο.
1755 - Η Ελληνική Κομπανία μισθώνει «εντός των τειχών» της πόλης το σπίτι του Σάξονα Simeon Tzekeli, στην οδό Tribunei αριθμ. 15, στο οποίο διαμορφώνει ένα παρεκκλήσι.[22]
1760 - Ο Έλληνας Γιαννάκης Αδάμης μεταφράζει στα νέα ελληνικά το έργο Paxcorporis του ιατρού Ferencz Pariz Papai από την Τρανσυλβανία (Cluj, 1690).
1762 - Ο Έλληνας Γιαννάκης Αδάμης, με την ιδιότητα του συμβολαιογράφου της Ελληνικής Κομπανίας, κωδικοποιεί όλους τους νόμους και τα διατάγματα της Κομπανίας από την ίδρυσή της.
1766 - Λειτουργεί το σχολείο της Ελληνικής Κομπανίας, με πρώτο διευθυντή του τον Νικόλαο Κώνστα από την Καστοριά.[23]
1769 - Στην οικία Moringer [Το Γαλάζιο Σπίτι] της Μεγάλης Πλατείας στήνεται η πρώτη αίθουσα θεατρικών παραστάσεων. Ο βαρόνος Samuel von Brukenthal διορίζεται στο αξίωμα του Αυτοκρατορικού Κομισάριου.
1770 - Οι ντόπιοι έμποροι σαξονικής (γερμανικής) καταγωγής προσπαθούν να επανακτήσουν τα εμπορικά τους δικαιώματα και προνόμια, θέτοντας τις βάσεις της Σαξονικής (Γερμανικής) Εμπορικής Εταιρείας του Σιμπίου.
1777, 27 Αυγούστου – Μετά από χρυσόβουλο της Αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας, απονέμεται στους Έλληνες εμπόρους σειρά προνομίων, που έχουν ως αποτέλεσμα την αναδιοργάνωση των εμπορικών δραστηριοτήτων τους στην Τρανσυλβανία. [24]
1778 - Ο Martin Hochmeister εγκαινιάζει το πρώτο βιβλιοπωλείο της πόλης. Την ίδια χρονιά ο ίδιος εκδίδει και την εφημερίδα Theatral Wochenblatt, την πρώτη εφημερίδα θεατρικού περιεχομένου της Τρανσυλβανίας.
1782 - Οι Έλληνες έμποροι Ιωάννης και Κάρολος Βαρδής συγκαταλέγονται μεταξύ των πρώτων που αποκτούν το δικαίωμα πολιτογράφησης Α΄ κατηγορίας, γεγονός που επέτρεπε την απόκτηση ιδιόκτητης οικίας εντός των τειχών της πόλης. Το προνόμιο εξασφάλιζε μόνο άδεια παραμονής στην πόλη και δικαίωμα εξάσκησης των διαφόρων δραστηριοτήτων καθώς και του επαγγέλματος.[25]
1783 - Εκδίδεται το πρώτο εγχειρίδιο στη ρουμανική γλώσσα.
1787 - Εγκαινιάζεται η πρώτη ορθόδοξη εκκλησία.
1788 - Ο Martin Hochmeister εγκαινιάζει το θέατρο του Turnul Gros [Χονδρού Πύργου].
1789 - Κατόπιν έγκρισης του αυτοκράτορα και με πρωτοβουλία και δαπάνη του Χατζή Κωνσταντίνου Ποπ κατασκευάζεται ο ορθόδοξος ιερός ναός του Ευαγγελισμού, γνωστός και ως «Biserica din Groapă» (Η Εκκλησία του Λάκκου). Ο δημοσιογράφος Ioan Piuariu Molnar θέτει τις βάσεις της πρώτης ρουμανικής εφημερίδας «Foaia românească pentru econom» (Ρουμανικό φύλλο για τον οικονόμο).
1797, 31 Αυγούστου – Ξεκινούν οι εργασίες ανέγερσης του ελληνικού ιερού ναού του Αγίου Αθανασίου (αργότερα της Μεταμορφώσεως), σε οικόπεδο επί της οδού Mitropoliei αριθμ. 37, το οποίο αποκτήθηκε από την Ελληνική Κομπανία με τη συνδρομή του Ρουμάνου Stoica Răduţ, ο οποίος μεσολάβησε στη σύνταξη συμβολαίου για τη μεταφορά της ιδιοκτησίας.[26]

 

Η ΠΟΛΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΝΕΟΤΕΡΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ

1802 - Ανακατασκευάζεται ο ναός «Biserica din Groapă» (Η Εκκλησία του Λάκκου), ο οποίος καταστράφηκε ολοσχερώς από σεισμό. [27]
1817, 25 Φεβρουαρίου – Το Μουσείο «Bruckenthal» ανοίγει τις πύλες του, ως το πρώτο μουσείο της Ρουμανίας.
1818 - Εγκαθίσταται στο Σιμπίου ο Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772 – 1847), με σκοπό να αφοσιωθεί στην παραγωγή γραπτού λόγου (δημοσίευσε τον Κώδικα του Καρατζά), μετά από δραστηριότητα που αναπτύσσει στα διοικητήρια του Ιασίου και του Βουκουρεστίου.[28] Ιδρύεται η πρώτη Μουσική Εταιρεία.
1820 - Οι δρόμοι της πόλης φωτίζονται τη νύχτα.
1821 - Λαμβάνει χώρα η Επανάσταση του Tudor Vladimirescu, στην οποία συμμετέχει ο Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772 – 1847), ως μέλος της Εταιρείας. Μετά από τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν, εγκαθίσταται οριστικά στο Σιμπίου προωθώντας και επηρεάζοντας το θεατρικό κίνημα.
1824 - Στο οικόπεδο της παλαιάς εκκλησίας του Bungrad οικοδομείται νέος ορθόδοξος ρουμανικός ναός.
1848–1849 – Η πόλη επέχει σημαντικό ρόλο στην επανάσταση της Τρανσυλβανίας, ως έδρα της Ρουμανικής Εθνικής Επιτροπής (ή Επιτροπή της Ειρήνευσης), μέλη της οποίας υπήρξαν οι Simion Bărnuţiu, Axente Sever, August Triboniu Laurian, Avram Iancu κ.ά.
1850 - Ο Μητροπολίτης Andrei Şaguna ιδρύει το πρώτο ρουμανικό τυπογραφείο.
1853 - Η Ελληνική Κομπανία παύει να υφίσταται, ενώ δέκα Έλληνες έμποροι ενσωματώνονται στην Γερμανική Εμπορική Εταιρεία που αριθμούσε 25 μέλη.[29] Εκδίδεται η εφημερίδα Telegraful Român [Ρουμανικός Τηλέγραφος], η παλαιότερη εφημερίδα της πόλης με συνεχή λειτουργία.
1860 - Επίσημη αναγνώριση από τον πρίγκιπα Alexandru Ioan Cuza των ελληνικών κοινοτήτων των Ηνωμένων Πριγκιπάτων. Κατόπιν τούτου, οι κοινότητες θα αναπτύσσονταν βάσει συμφωνιών που θα υπογράφονταν από την Ελλάδα και τη Ρουμανία τα έτη 1869, 1900, 1932, οι οποίες προέβλεπαν το δικαίωμα ίδρυσης και κατοχής εκκλησιών, σχολών αλλά και εφημερίδων και περιοδικών στην ελληνική γλώσσα.[30]
1861 - Ιδρύεται η «Τρανσυλβανική Ένωση για τη Ρουμανική Λογοτεχνία και Πολιτισμό
του Ρουμανικού Λαού» (ASTRA).
1863, Ιούλιος–1864, Οκτώβριος – Σε συνεδρίαση της Δίαιτας του Σιμπίου ψηφίζεται ο νόμος «σχετικάμε την ίση μεταχείριση του ρουμανικού έθνους και το σεβασμό των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, συγκριτικά με τις άλλες εθνότητες και δόγματα» καθώς και ο «νόμος αναφορικά με τη χρήση της ρουμανικής γλώσσας στη διοίκηση, βάσει ισότητας των Ρουμάνων με τα μέλη της ουγγρικής και σαξονικής (γερμανικής) κοινότητας».[31] Η ελληνική εκκλησία του Αγίου Αθανασίου (αργότερα της Μεταμορφώσεως) περνά στην ιδιοκτησία της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Σιμπίου, η οποία θα την χρησιμοποιήσει για θρησκευτικές τελετές.
1871 - Ιδρύεται η Τράπεζα «Albina» (Μέλισσα), η οποία εξαιτίας των δραστηριοτήτων της έμελλε να καταστεί το πιο αντιπροσωπευτικό ίδρυμα αναφοράς για τους Ρουμάνους της δυαδικής μοναρχίας, η ισχυρότερη εθνική τράπεζα των Ρουμάνων.
1881, Μάιος – Διοργανώνεται εθνικό συνέδριο για την ίδρυση του Ρουμανικού Εθνικού Κόμματος της Τρανσυλβανίας και της Ουγγαρίας.
1884 - Εκδίδεται το πρώτο ρουμανικό πολιτικό περιοδικό Tribuna, με πρώτο διευθυντή τον Ioan Slavici.
1885 - Λειτουργεί η πρώτη γραμμή τηλεγράφου στην πόλη.
1895 - Η Τρανσυλβανική Ένωση για τη Ρουμανική Λογοτεχνία και Πολιτισμό του Ρουμανικού Λαού (ASTRA) εκδίδει την πρώτη Ρουμανική Εγκυκλοπαίδεια (η τρίτη στην Ευρώπη). Ανοίγει το Μουσείο Επιστημών της Φύσης.

 

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΛΗ

1902 - Κατεδαφίζεται ο ελληνικός ιερός ναός του Αγίου Αθανασίου (αργότερα της Μεταμορφώσεως) και στη θέση του χτίζεται ο Ρουμανικός Μητροπολιτικός Ναός.[32]
1904 - Το Σιμπίου γίνεται η τρίτη πόλη της Αυστροουγγαρίας και η δεύτερη πόλη της Ευρώπης, η οποία χρησιμοποιεί για τον φωτισμό της το ηλεκτρικό ρεύμα και εισάγει το ηλεκτρικό τραμ.
1905 - Πάνω στα θεμέλια της πρώην ελληνικής εκκλησίας ανεγείρεται ο Μητροπολιτικός Ναός του Σιμπίου, όπου φυλάσσονται και τρεις εικόνες του παλαιού ναού.[33]
1906 - Εγκαινιάζεται ο Ρουμανικός Ορθόδοξος Μητροπολιτικός Ναός.
1918 - Στα πλαίσια της Μεγάλης Εθνικής Συνέλευσης της πόλης Alba Iulia, το Σιμπίου ορίζεται έδρα της μελλοντικής επαρχιακής κυβέρνησης και αντιπροσωπεύεται από το Διοικητικό Συμβούλιο.
1919 - Το όνομα της πόλης αλλάζει επίσημα σε Σιμπίου, ενώ οι δρόμοι αποκτούν ρουμανικά ονόματα.[34]
1925 - Κάνουν την εμφάνισή τους στην πόλη τα πρώτα ραδιόφωνα.
1934 - Στο Σιμπίου τυπώνονται 36 περιοδικά και εφημερίδες στη γερμανική γλώσσα και 24 στη ρουμανική.
1945 - Μετά τον τερματισμό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αρχίζει ο εκτοπισμός των μειονοτήτων στην εξορία -και ειδικότερα του πληθυσμού σαξονικής (γερμανικής) καταγωγής- προς την πρώην Σοβιετική Ένωση.
1948–1954 – Το κομουνιστικό καθεστώς προβαίνει στην παράνομη κατάσχεση της περιουσίας της ελληνικής κοινότητας. Προκειμένου να αποφύγουν τα κατασταλτικά μέτρα εις βάρος τους, πλήθος Ελλήνων υπηκόων ζητούν να πολιτογραφηθούν ως Ρουμάνοι. Πολλοί άλλοι εγκαταλείπουν τη χώρα.[35]
1950, Ιούλιος – Οι Έλληνες μετανάστες των παροικιών, που υπολογίζονται σε πάνω από 9.000 άτομα, αποστέλλονται σε διάφορες πόλεις της χώρας: Bucureşti, Brăila, Galaţi, Constanţa, Medgidia, Ploieşti, Câmpina, Mâneciu, Braşov, Vâlcele, Oneşti, Moineşti, Iaşi, Fălticeni, Botoşani, Piteşti, Craiova, Hunedoara, Cluj, Oradea.[36]
1968 - Το Σιμπίου μετατρέπεται ξανά σε πρωτεύουσα του νομού με την ίδια ονομασία. Με εξαίρεση κάποιες μικρές επεμβάσεις, το κομμουνιστικό καθεστώς δεν προέβη σε μετατροπές στην παλαιά πόλη.
1989, 21 Δεκεμβρίου – Οι αντικομμουνιστικές διαδηλώσεις βρίσκουν χρονολογικά το Σιμπίου στη δεύτερη θέση μεταξύ των πόλεων που ξεσηκώνονται κατά της δικτατορίας των Κομμουνιστών.
1990, 6 Φεβρουαρίου – Ιδρύεται η Ένωση Ελλήνων Ρουμανίας, η οποία στις 6 Φεβρουαρίου αποκτά και νομική υπόσταση.[37]
1992 - Κατόπιν απογραφής προκύπτει ότι σε ολόκληρη τη ρουμανική επικράτεια διαβιούν 3.940 άτομα ελληνικής καταγωγής, εκ των οποίων τα 34 στο Σιμπίου.[38]
1998 - Πραγματοποιούνται οι πρώτες επιστροφές ιδιοκτησιών προς τις ελληνικές κοινότητες της Κωνστάντσας και του Γαλατσίου από την κυβέρνηση του Radu Vasile. [39]
2002 - Διενεργείται απογραφή του πληθυσμού της Ρουμανίας, σύμφωνα με την οποία ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων ομογενών ανέρχεται στους 6.513.[40]

 

3. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΣΙΜΠΙΟΥ

 

Από δημογραφική άποψη, ο αριθμός των ατόμων ελληνικής καταγωγής μεταβλήθηκε με την πάροδο του χρόνου, ανάλογα με τις σκοπιμότητες και τα εμπόδια που αντιμετώπισαν στο Σιμπίου και επηρέασαν άμεσα την ανάπτυξη της ελληνικής κοινότητας.

Η απογραφή του πληθυσμού έχει ως εξής:

 

ΕΤΟΣ

ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ

ΣΥΝΟΛΟ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

1930 (R)

133
(στην Τρανσυλβανία)

26.495
(στη Ρουμανία)

18.057.028

1948 (R)

-

-

-

1956 (R)

-

11.166

-

1966 (R)

105

9.088

-

1977 (R)

-

-

-

1992 (R)

34

3.940

-

2002 (R)

-

6.513

21.698.181

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εκεί που πραγματοποιήθηκε έρευνα εγγράφων και σύγκριση των πηγών, καταχωρήθηκαν οι αριθμοί που αναφέρονται στον παραπάνω πίνακα. [41] Ας σημειωθεί ότι για τα έτη 1992 και 2002 τα στοιχεία προέρχονται από την επίσημη Στατιστική Υπηρεσία της Ρουμανίας.[42] Πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα στοιχεία είναι σχετικά και ενέχουν πιθανότητα λάθους (R = απογραφή).
Όπως καταδείχθηκε πιο πάνω, η παρουσία των Ελλήνων και Βαλκάνιων εμπόρων στην Τρανσυλβανία εντοπίζεται ειδικότερα αρχής γενομένης κατά το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα μ.Χ., ενώ ο αριθμός τους αυξάνεται μετά την ίδρυση των εμπορικών κομπανιών του Σιμπίου και του Μπρασόβ, τον 17ο αιώνα. [43] Ο καθορισμός της εθνικής καταγωγής των μελών της Ελληνικής Κομπανίας του Σιμπίου αποτέλεσε έναν από τους δυσκολότερους στόχους. Τα έγγραφα της κομπανίας, από τα οποία δεν προκύπτει πάντοτε με σαφήνεια το όνομα της πόλης από όπου προέρχονται τα μέλη της, δε συνιστούν ισχυρά τεκμήρια για τον καθορισμό της εθνικής καταγωγής των εμπόρων.[44]
Τα μέλη της Ελληνικής Κομπανίας του Σιμπίου κατάγονταν κυρίως από τις ελληνικές περιοχές που βρίσκονταν υπό τουρκική κατοχή και ειδικότερα από τη σημερινή Βόρεια Ελλάδα. Ως τόπους καταγωγής απαντώνται συχνότερα το Αρβανιτοχώρι, το Μελένοικο, τα Ιωάννινα, η Κοζάνη, οι Σέρρες, η Φιλιππούπολη, η Κωνσταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη κ.ά. πόλεις. Αρκετά από τα μέλη της κομπανίας προέρχονταν επίσης από τις ελληνικές κοινότητες της Βλαχίας ή της Μολδαβίας, ευρισκόμενοι εκεί από πολλές γενιές πριν: Giurgiu, Râmnic, Câmpulung, Ocna, Făgăraş, Braşov, Alba Iulia ή γενικά από Μολδαβία, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά πόλης. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί ορισμένοι εξ αυτών φέρουν ρουμανικά ή ρουμανοποιημένα επίθετα, με αποτέλεσμα αρκετά συχνά οι Ρουμάνοι ιστορικοί να οδηγούνται σε σύγχυση.[45]
Πρέπει επίσης πρέπει να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι αμέσως μετά την ίδρυση των κομπανιών, χρήση της ιδιότητας του Έλληνα έκαναν και πολλοί άλλοι έμποροι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Αλβανοί, Αρμένιοι ή Εβραίοι στην καταγωγή, προκειμένου να απολαμβάνουν τα προνόμια των Ελλήνων εμπόρων και να μπορούν να διεξάγουν με τη σειρά τους εμπορικές δραστηριότητες στην Τρανσυλβανία.[46]
Ο ακριβής αριθμός των μελών των δύο κομπανιών είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια, εξαιτίας των μεταβολών τους στις διάφορες περιόδους ύπαρξης και λειτουργίας αυτών. Για παράδειγμα, η Κομπανία του Σιμπίου φαίνεται να αριθμεί λιγοστά μέλη στις αρχές του 17ου αιώνα (περίπου 60), σε σύγκριση με τον συνολικό αριθμό των Ελλήνων εμπόρων που δραστηριοποιούνταν σε ολόκληρη την επικράτεια της Τρανσυλβανίας την ίδια χρονική περίοδο (περίπου 400). Αν είναι να συγκρίνουμε τις δύο κομπανίες, εύκολα προκύπτει ότι η Ελληνική Κομπανία του Μπρασόβ αριθμεί πολύ περισσότερα μέλη από εκείνη του Σιμπίου, γεγονός που οφείλεται και στις καθ’ όλα διαφορετικές συνθήκες διεξαγωγής του εμπορίου στις δύο πόλεις.
Τον 17ο αιώνα, η μεγάλη πλειοψηφία των προεστών της κομπανίας προερχόταν από το Αρβανιτοχώρι[47] ή το Μελένοικο, [48] κάτι που επαναλαμβάνεται και το πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Το γεγονός ότι πολλοί από τους προεστούς ή τα μέλη της διοικητικής επιτροπής της Ελληνικής Κομπανίας του Σιμπίου κατάγονταν στην πλειοψηφία τους από το Αρβανιτοχώρι ή το Μελένοικο, μας κάνει να πιστέψουμε ότι αρκετά μέλη της κομπανίας προέρχονταν από τις συγκεκριμένες τοποθεσίες και ακολούθως, στις γενικές συνελεύσεις για την εκλογή προέδρου της κομπανίας, επέλεγαν ως αρχηγούς άτομα με τα οποία ένοιωθαν περισσότερους δεσμούς, είτε λόγω συμφερόντων είτε καταγωγής.[49]
Στις αρχές του 18ου αιώνα, η Ελληνική Κομπανία αριθμούσε ως μέλη ολοένα και περισσότερους Ρουμάνους εμπόρους, καταγόμενους από τη Βλαχία μέχρι και από την Τρανσυλβανία και τις πόλεις Ocna Sibiului, Făgăraş, Poplaca, Alba Iulia και Braşov. [50] Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η Ελληνική Κομπανία του Σιμπίου είχε καταστεί ξανά, σε μεγάλο ποσοστό, ελληνική.[51]
Τη χρονιά της κατάργησης της Κομπανίας του Σιμπίου (1853), ο αριθμός των Ελλήνων, οι οποίοι είχαν διαδραματίσει έως τα μέσα του 19ου αιώνα σημαντικό ρόλο στο εμπόριο της πόλης, αρχίζει να μειώνεται σταδιακά. Τους περισσοτέρους τους συναντάμε ενσωματωμένους στη μάζα των εμπόρων ουγγρικής και σαξονικής (γερμανικής) καταγωγής, [52] ενώ άλλοι επιστρέφουν στους τόπους καταγωγής τους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι σαξονικής (γερμανικής) καταγωγής έμποροι κατάφεραν τελικά να τους αντικαταστήσουν στο εμπόριο αγαθών. Επίσης, μέρος των Ελλήνων εμπόρων είχε ενσωματωθεί στην Γερμανική Εμπορική Κομπανία του Σιμπίου, όπως εξάλλου είχε συμβεί και με άλλους σημαντικούς ξένους εμπόρους της πόλης. Άλλωστε, το τέλος της Ελληνικής Κομπανίας του Σιμπίου καταγράφεται το 1854 από τον τελευταίο Έλληνα έμπορο, Grigorie Matei, ο οποίος οποκαλεί τον εαυτό του Ρουμάνο: «Ως εδώ ήμουν εγώ ο γραμματέας αυτής της Ελληνικής Κομπανίας και σήμερα είμαι το τελευταίο μέλος της και ο πιο ηλικιωμένος έμπορος του Σιμπίου».[53]

 

Το ιστορικό της Ελληνικής Κομπανίας του Σιμπίου

Η Ελληνική Κομπανία ιδρύεται ήδη από τον Ιανουάριο του 1639, ως η πρώτη και μία από τις σημαντικότερες μεταξύ των μεγάλων κομπανιών των Ελλήνων της Τρανσυλβανίας. Στα δύο βιβλία της Κομπανίας του Σιμπίου που διασώζονται, υπάρχει το κείμενο και η έκθεση των προνομίων που της απονεμήθηκαν από τον Πρίγκιπα Rakoczy τα έτη 1636 και 1641. Βάσει αυτών, οι Έλληνες-μέλη της κομπανίας δεν δικάζονταν από τα δικαστήρια της χώρας αλλά διέθεταν δικό τους δικαστήριο, που αποτελούνταν από έναν προεστό και 12 ενόρκους, οι οποίοι εκλέγονταν ελεύθερα από τα μέλη της κομπανίας. Η κομπανία υποχρεούτο να πληρώνει στον ηγεμόνα της χώρας, ως ετήσιο φόρο υποτέλειας, ένα αρκετά μεγάλο ποσό. Το 1737 το ποσό ανερχόταν στα 2.586 φιορίνια και συγκεντρωνόταν, κατόπιν συνεννοήσεως, από όλα τα μέλη. [54] Κατά καιρούς, εκτός από το ετήσιο φόρο, στην Ελληνική Κομπανία γινόταν έκκληση από τους κυβερνώντες για συνεισφορά μεγάλων ποσών με προορισμό την αμυντική θωράκιση της χώρας, ειδικότερα κατά τα έτη 1704 και 1793.[55] Ταυτόχρονα όμως είναι αληθές ότι οι Έλληνες δεν κατατάσσονταν στο στρατό και αντιπροσωπεύονταν ενώπιον των αρχών από έναν δικό τους «κομισάριο».
Τα μόνιμα μέλη της κομπανίας διατηρούσαν το δικαίωμα να εκλέγουν τα όργανα διοίκησης και να εκλέγονται, να συμμετέχουν στη νόμιμη λειτουργία αυτών, να προτείνουν ή να ψηφίζουν διάφορες αποφάσεις, να συμμετέχουν στα δικαστικά όργανα και να απολαμβάνουν οικονομικά δικαιώματα που προέκυπταν από τις οικονομικές δραστηριότητες της κομπανίας. Το τελευταίο δικαίωμα το απολάμβαναν και τα προσωρινά μέλη. Εκτός από την υποχρέωση να καταβάλουν ποσοστό του φόρου υποτελείας, μεταξύ των υποχρεώσεων των μελών της Κομπανίας εμπεριέχεται ο σεβασμός και η τήρηση των αποφάσεων της κομπανίας καθώς και η υποχρέωσή τους να υποβάλλονται στη δικαιοδοσία της κομπανίας, στην οποία άνηκαν. Παράλληλα, τα μέλη είχαν την υποχρέωση να ορκιστούν πίστη στον πρίγκιπα της Τρανσυλβανίας, να καταβάλλουν τελωνιακά τέλη που ανέκυπταν από τις οικονομικές δραστηριότητες και να μην αναμειγνύονται στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας. Η τήρηση αυτών των κανόνων τους χάρισε το δικαίωμα να εγκατασταθούν στην Τρανσυλβανία, αρχικά εκτός των τειχών των πόλεων, στα περίχωρα ή σε κωμοπόλεις και χωριά και από τα μέσα του 18ου αιώνα και στο εσωτερικό των πόλεων.[56]
Η Κομπανία του Σιμπίου διοικούνταν από έναν πρόεδρο (προεστό), από έναν καπετάνιο, από δύο διοικητικά μέλη, από έναν συμβολαιογράφο και έναν επίτροπο της εκκλησίας. Το ανώτερο αξίωμα στην κομπανία ήταν εκείνο του προέδρου, ο οποίος διοριζόταν κατόπιν ψηφοφορίας της γενικής συνέλευσης των μελών, ενώ η θητεία του διαρκούσε συνήθως δύο χρόνια, στο τέλος των οποίων υποχρεούνταν να δώσει αναφορά για τις πράξεις του και για τα οικονομικά της κομπανίας. Οι αρμοδιότητές του ήταν ποικίλες και σχετίζονταν με όλες τις πτυχές: διοικητικά, δικαστικά, και νομοθετικά, όντας ταυτόχρονα και υπεύθυνος έναντι των Αρχών της Τρανσυλβανίας για τις δραστηριότητες της κομπανίας.
Ένα άλλο σημαντικό όργανο διοίκησης αποτελούσαν οι ένορκοι αντιπρόεδροι, στην αρχή 12 στον αριθμό και αργότερα 6, οι οποίοι εκλέγονταν από τη γενική συνέλευση και ασκούσαν ομαδικά τις αρμοδιότητές τους. Από κοινού με τον πρόεδρο της κομπανίας, έπαιζαν ρόλο στη διοίκηση και στα δικαστικά, συμμετέχοντας ταυτόχρονα στις επιτροπές που εκδίκαζαν τις διάφορες εμπορικές, κοινωνικές, ποινικές ή πειθαρχικές διενέξεις μεταξύ των μελών της κομπανίας ή μεταξύ των εμπόρων, οι οποίοι βρίσκονταν προσωρινά στην Τρανσυλβανία προερχόμενοι από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.[57]
Άλλα σημαντικά μέλη της κομπανίας ήταν οι χατζάρηδες, οι οποίοι είχαν ως καθήκον την είσπραξη των υποχρεωτικών φόρων από τα μέλη της κομπανίας, ο γραμματέας ή ο συμβολαιογράφος της κομπανίας, ο πράκτορας ή ο επίσημος εκπρόσωπός της στη διοίκηση της Τρανσυλβανίας και ο επίτροπος, αντικαταστάτης του προέδρου ή των άλλων μελών των διοικητικών οργάνων. Όλοι όσοι κατείχαν αξιώματα στην κομπανία, καλούνταν να δώσουν όρκο πίστης ενώπιον της γενικής συνελεύσεως που τους εξέλεγε και υποχρεούνταν να μείνουν πιστοί στον πρίγκιπα της Τρανσυλβανίας και στην κομπανία και να ασκούν με ευσυνειδησία τα αξιώματά τους.[58]

Το έτος 1721 θεσπίστηκε μία νέα αρμοδιότητα, εκείνη του εκκλησιαστικού επιτρόπου, ο οποίος επομιζόταν την ευθύνη να διοικεί την εκκλησία και να διαχειρίζεται τα έσοδά της καθώς και τις ιδιοκτησίες της. Η εκκλησία στηριζόταν στα έσοδα που εισέπραττε από την πώληση των κεριών και στις δωρεές των μελών της κομπανίας.[59] Επίσης, σημαντικό ρόλο για την εύρυθμη λειτουργία του ναού και για τη διατήρηση της ειρήνης και της ομόνοιας μεταξύ των μελών της κομπανίας διαδραμάτιζε ο εκκλησιάρχης, οι αρμοδιότητες του οποίου ήταν αποκλειστικά θρησκευτικές. Ο ιερέας προερχόταν συνήθως από τα ελληνικά μοναστήρια των υπό τουρκική κυριαρχία εδαφών και επομιζόταν και την ιδιότητα του διδασκάλου στο σχολείο που είχε ιδρυθεί από τα μέλη της κομπανίας, όπου τα μαθήματα παραδίδονταν στην ελληνική γλώσσα.[60]

Η συμβίωση με τον ντόπιο πληθυσμό

Το 1656 η διοίκηση της πόλης, υπό την πίεση των εμπόρων σαξονικής (γερμανικής) καταγωγής, υποχρεώνει τους Έλληνες στην τήρηση κάποιων κανόνων προκειμένου να εμπορεύονται στην πόλη: ο χρόνος παραμονής τους στο Σιμπίου περιορίζεται και τους απαγορεύεται ακόμα και η άσκηση των θρησκευτικών τους ελευθεριών ή η παράδοση μαθημάτων στην ελληνική γλώσσα.[61] Σ’ αυτά τα μέτρα προστίθενται και οι προσπάθειες την Ανατολικής Εμπορικής Εταιρείας της Βιέννης να αποτραπούν οι Έλληνες της Τρανσυλβανίας να διεξάγουν εμπορικές δραστηριότητες στην Τρανσυλβανία. Ο 17ος αιώνας θα καταγράψει μερικά ακραία μέτρα που ελήφθησαν από τις διοικήσεις της Τρανσυλβανίας κατά των Ελλήνων, ειδικότερα κατά τα έτη 1675 και 1676, μέτρα που όμως δεν επέφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Τα μέλη της Ελληνικής Κομπανίας συνέχισαν να κατέχουν την αποκλειστικότητα στο εμπόριο ζώων, ανατολικών προϊόντων και πρώτων υλών.[62] Επιπλέον, με το χρυσόβουλο της 12ης Σεπτεμβρίου του 1700, ο Αυτοκράτορας Λεοπόλδος ανανεώνει τα προνόμια των Ελλήνων εμπόρων, οι οποίοι λαμβάνουν τώρα την άδεια να αναπτύξουν πάσης φύσεως εμπόριο, σε όλες τις τοποθεσίες όπου αυτοί ζούσαν και διεξήγαγαν τις δραστηριότητές τους.[63]
Αλλά ούτε και οι μετέπειτα προσπάθειες των εμπόρων σαξονικής (γερμανικής) καταγωγής να αποτρέψουν τους Έλληνες από τη διεξαγωγή εμπορίου στην Τρανσυλβανία δε θα φέρουν αποτέλεσμα. Η ίδρυση της Εμπορικής Κομπανίας των Γερμανών, το 1670, αποτέλεσε απόπειρα απαγόρευσης του εμπορίου στις αγορές και στους δρόμους για τους Έλληνες. [64] Αργότερα, με υπομνήματά τους προς τον αυτοκράτορα, οι  σαξονικής (γερμανικής) καταγωγής έμποροι προσπαθούν να περιορίσουν το εμπόριο των Ελλήνων στα προϊόντα εξ Ανατολής και αυτά μόνο χονδρικά,[65] κατηγορώντας τους ταυτόχρονα για λαθρεμπόριο με όπλα και ζητώντας την απέλασή τους από τη χώρα.[66]
Γύρω στο 1726, βρίσκουμε μία διαμαρτυρία των Ελλήνων εμπόρων του Σιμπίου απευθυνόμενη προς την κυβέρνηση της Τρανσυλβανίας, σχετικά με την καταπάτηση εκ μέρους των Γερμανών εμπόρων, που εκπροσωπούνταν από τον κυβερνήτη, των πιο βασικών τους εμπορικών δικαιωμάτων, παρ’ όλο που οι ίδιοι τηρούσαν τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει : «Σε πολλές χώρες πήγαμε αλλά πουθενά δεν είδαμε τους εμπόρους να πληρώνουν τόσες συνεισφορές και όμως να μην είναι ελεύθεροι να αγοράσουν ούτε τα πιο βασικά για τις διατροφικές τους ανάγκες».[67]
Το έτος 1742 οι Έλληνες αναγκάζονται να προσφύγουν ακόμα και στην Αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία, η οποία τους απαντά επιβεβαιώνοντας την εγκυρότητα του χρυσόβουλου του Λεοπόλδου του 1700 και άμεσα όλων των δικαιωμάτων που αυτό τους προσέφερε. Το 1771, η Μαρία Θηρεσία παρείχε στους Έλληνες το προνόμιο να εμπορεύονται και με προϊόντα της Δύσης, αλλά μόνο χονδρικά, ενώ τα τουρκικά προϊόντα μπορούσαν να τα πουλήσουν και λιανικά.[68] Το 1777 οι Έλληνες πετυχαίνουν να διεξάγουν εμπόριο με πάσης φύσεως προϊόντα στους τόπους διαμονής τους, απαλλαγμένοι ταυτόχρονα από την υποχρέωση να εκτελούν στρατιωτική θητεία και με δικαίωμα να ιδρύσουν δικό τους δικαστήριο, για να δικάζονται οι διαφορές μεταξύ των μελών της κομπανίας. Οι περιπτώσεις πτώχευσης εξακολουθούσαν να παραμένουν αρμοδιότητα του διοικητή της πόλης, αλλά στις δίκες είχαν το δικαίωμα να παραστούν και τα μέλη της κομπανίας.[69]
Η υπαγωγή της περιοχής Oltenia, μεταξύ των ετών 1716-1739, στην αυστριακή δικαιοδοσία, σηματοδότησε μία περίοδο άνθισης για την Ελληνική Κομπανία του Σιμπίου, η οποία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο εμπόριο με προϊόντα της Ανατολής. Είναι η περίοδος κατά την οποία στην κομπανία γίνονται δεκτοί και πολλοί έμποροι ρουμανικής καταγωγής, ειδικότερα από την περιοχή Oltenia αλλά και από την Τρανσυλβανία. Η ρουμανική γλώσσα διεισδύει σε πολλά έγγραφα της κομπανίας, αλλά παράλληλα διατηρείται στις θρησκευτικές τελετές και στα πρωτόκολλα των δικαστηρίων.
Το τέλος του 18ου αιώνα καταγράφει και τη σημαντική μείωση του αριθμού των Ελλήνων μελών της Κομπανίας του Σιμπίου.[70] Το Διάταγμα της Συγκατοίκησης του Αυτοκράτορα Ιωσήφ το 1782 έδωσε στους Έλληνες την ευκαιρία να ζητήσουν την πολιτογράφησή τους ως αυστριακοί υπήκοοι. Η υποταγή επέφερε και πλήθος αστικών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου να κατέχουν ιδιοκτησίες εντός των τειχών της πόλης. Πολλά από τα μέλη της κομπανίας ζητούν και τους εγκρίνεται το δικαίωμα στην πολιτογράφηση. Είναι οι περιπτώσεις του Ιωάννη και του Καρόλου Βάρδεν, του Τσίγκου, του Χατζή Κωνσταντίνου Ποπ και άλλων, οι οποίοι καταφέρνουν να αγοράσουν ιδιοκτησίες και να εγκατασταθούν στο κέντρο της πόλης. Ο τελευταίος απαντάται με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη δύο κατοικιών στο κέντρο του Σιμπίου, μίας στην Piaţa Mare [Μεγάλη Πλατεία] και μιας άλλης επί της οδού 1 Mai (σημερινή Mitropoliei),[71] παρά το γεγονός ότι δεν κατέστη εφικτός ο ακριβής εντοπισμός της χωροθέτησης των οικιών.
Οι δραστηριότητες της Ελληνικής Κομπανίας του Σιμπίου αυτή την περίοδο κυριαρχούνταν από τους εμπορικούς οίκους του Μανικάτη Σαφράνου και του Χατζή Κωνσταντίνου Πόπ. [72] Οι σχέσεις της με τους εμπόρους σαξονικής (γερμανικής) καταγωγής εξακολουθούν να παραμένουν τεταμένες, ειδικότερα μετά την απόκτηση από τους Έλληνες των προνομίων μέσω του Διατάγματος της Συγκατοίκησης.

 

 

Υποσημειώσεις


[1] Paula Scalcău, Grecii din România [Οι Έλληνες της Ρουμανίας], κεφ. Bizanţul şi spaţiul românesc [Το Βυζάντιο και ο ρουμανικός χώρος], εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2005.

[2] Στοιχεία σχετικά με την ιστορία της πόλης Σιμπίου συγκεντρώθηκαν από την ιστοσελίδα του Δημαρχείου Σιμπίου καθώς και από τους τόμους 1 και 2 του Nicolae Nistor και Mircea Marinescu-Frăsinei, Sibiul şi ţinutul în lumina istoriei[Το Σιμπίου και τα περίχωρα στο φως της ιστορίας], εκδόσεις Dacia, Cluj-Napoca, 1990.

[3] Paula Scalcău, ό.π., Βουκουρέστι, 2005.

[4] Ιστοσελίδα του Δημαρχείου Σιμπίου, Nicolae Nistor και Mircea Marinescu-Frăsinei, ό.π.

[5] Αυτόθι.

[6] Αυτόθι.

[7] Αυτόθι.

[8] Αυτόθι.

[9] Paula Scalcău, Grecii din România [Οι Έλληνες της Ρουμανίας], κεφ. Negustorii greci în Ţările Române [Έλληνες έμποροι στις ρουμανικές ηγεμονίες], εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2005.

[10] Αυτόθι.

[11] Αυτόθι.

[12] Αυτόθι.

[13] Constantin Voicu, Bisericictitorite de grecii din Sibiu [Ναοί κτητορίες των Ελλήνων του Σιμπίου], στο περιοδικό Orizonturi teologice [Θεολογικοί ορίζοντες], Πανεπιστήμιο Oradea, Θεολογική Σχολή, έτος V, αριθμ. 1/2004, Oradea.

[14] Paula Scalcău, Grecii din România [Οι Έλληνες της Ρουμανίας], κεφ. Grecii în Transilvania şi Banat [Οι Έλληνες στην Τρανσυλβανία και το Βανάτο], εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2005.

[15] Αυτόθι.

[16] Αυτόθι.

[17] Paula Scalcău, Grecii din România [Οι Έλληνες της Ρουμανίας], κεφ. Intelectualii greci în Ţările Române [Έλληνες λόγιοι στις Ρουμανικές Ηγεμονίες], εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2005.

[18] Olga Cicanci, Les statuts et les reglements du fonctionnement des companies grecque de Transylvanie (1636-1746). La compagnie de Sibiu, RESEE 14 (1976) 477-496/ Αθανάσιος Καραθανάσης, Ο ελληνισμός της Τρανσυλβανίας, εκδόσεις ILP Productions, Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 114.

[19] I. Moga, Politica economică austriacă şi comerţul Transilvaniei în sec. XVIII [Η αυστριακή οικονομική πολιτική και το εμπόριο της Τρανσυλβανίας τον 18ο αιώνα], στην επετηρίδα του Εθνικού Ινστιτούτου Κλουζ, τόμος Β΄, Βουκουρέστι, 1926.

[20] Paula Scalcău, ό.π., Βουκουρέστι, 2005.

[21] N. Iorga, Despre compania grecilor din Sibiu [Για την Ελληνική Κομπανία του Σιμπίου], στο Studii şi Documente cu privire la istoria românilor [Μελέτες και Έγγραφα σχετικά με την ιστορία των Ρουμάνων], τόμος ΙΒ΄, Βουκουρέστι, 1906, σ. V-VI.

[22] Ν. Camariano, L’organisation et l’activite culturelle de la Compagnie des marchands grecs de Sibiu, στο περιοδικό Βαλκάνια, τόμος VI, σ. 215, Βουκουρέστι, 1943 και O. Ghibu, Un semicentenar [Μια ημιεκατονταετηρίδα], στο περιοδικό Luceafărul, Σιμπίου, 1913, σ. 812.

[23] Paula Scalcău,ό.π.

[24] I. Moga, ό.π.

[25] Siegerus, Vom alten Hermannstadt [Από το πάλαι ποτέ Σιμπίου], τόμος Γ΄, Σιμπίου, 1928, σ. 114, στην παραπομπή του C. Voicu, ό.π., σ. 12.

[26] Toma Ştefan, Aspecte inedite referitoare la viaţa vechii comunităţi greceşti din Sibiu [Άγνωστες πτυχές σχετικά με τον βίο της παλαιάς ελληνικής κοινότητας του Σιμπίου], στην εφημερίδα Telegraful Român, Σιμπίου, αριθμ. 17, 20/2006, σ. 3.

[27] Paula Scalcău, Grecii din România [Οι Έλληνες της Ρουμανίας], κεφ. Cooperarea culturală româno-greacă [Η ρουμανο-ελληνική πολιτιστική συνεργασία], εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2005.

[28] Αυτόθι.

[29] N. Iorga, Despre compania grecilor din Sibiu [Για την Ελληνική Κομπανία του Σιμπίου], στο Studii şi Documente cu privire la istoria românilor [Μελέτες και Έγγραφα σχετικά με την ιστορία των Ρουμάνων], τόμος ΙΒ΄, Βουκουρέστι, 1906, σ. V-VI και Ν. Camariano, ό.π., σσ. 210, 212-213.

[30] Paula Scalcău, Grecii din România [Οι Έλληνες της Ρουμανίας], κεφ. Cooperarea culturală Româno-Greacă [Η ρουμανο-ελληνική πολιτιστική συνεργασία], εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2005.

[31] Ιστοσελίδα του Δημαρχείου Sibiu, Nicolae Nistor και Mircea Marinescu-Frăsinei, ό.π.

[32] I. Puşcariu, M. Cristea και M. Voileanu, Biserica catedrală de la Mitropolia ortodoxă din Sibiu [Ο Καθεδρικός Ναός της Ορθόδοξης Μητρόπολης του Σιμπίου], σ. 64, Σιμπίου, 1908.

[33] I. Puşcariu, ό.π., σ. 69.

[34] Ιστοσελίδα του Δημαρχείου Σιμπίου, Nicolae Nistor και Mircea Marinescu-Frăsinei, ό.π.

[35] Paula Scalcău, Grecii din România [Οι Έλληνες στη Ρουμανία], κεφ. Un nou val de emigranţi greci în România [Ένα νέο κύμα Ελλήνων μεταναστών στη Ρουμανία], εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2005.

[36] Αυτόθι.

[37] Αυτόθι.

[38] Αυτόθι.

[39] Αυτόθι.

[40] Αυτόθι.

[41] Τα στοιχεία των απογραφών για τα έτη 1930, 1956, 1966 προέρχονται από το: Paula Scalcău, Grecii din România [Οι Έλληνες στη Ρουμανία], κεφ. Un nou val de emigranţi greci în România [Ένα καινούργιο κύμα Ελλήνων μεταναστών στη Ρουμανία], σσ. 197 – 201, εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2005.

[42] Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής, Απογραφή 2002 και 1992, http://www.recensamant.ro.

[43] Olga Cicanci, Companiile greceşti din Transilvania şi comerţul european în anii 1636-1746 [Οι ελληνικές κομπανίες της Tρανσυλβανίας και το ευρωπαϊκό εμπόριο μεταξύ των ετών 1636-1746], εκδόσεις της Ρουμανικής Ακαδημίας, Βουκουρέστι, 1981, σ. 99.

[44] Αυτόθι, σ. 96.

[45] Αυτόθι, σ. 101.

[46] Olga Cicanci, Legături economice şi politice ale ţărilor române cu oriental elenic în veacul al XVII-lea [Οι οικονομικές και πολιτικές σχέσεις των Παραδουνάβιων Πριγκιπάτων με την ελληνική Ανατολή τον 17ο αιώνα], στην παραπομπή και Olga Cicanci, Companiile greceşti din Transilvania şi comerţul european în anii 1636-1746 [Οι ελληνικές κομπανίες της Tρανσυλβανίας και το ευρωπαϊκό εμπόριο μεταξύ των ετών 1636-1746], εκδόσεις Ρουμανικής Ακαδημίας, Βουκουρέστι, 1981, σ. 99.

[47] Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, σ. 362. Το Αρβανιτοχώρι ήταν ένα παλιό εμπορικό κέντρο κοντά στο Τύρνοβο, που ιδρύθηκε από Έλληνες της Ηπείρου. Η πόλη γνώρισε εξαιρετική άνθιση ειδικότερα μετά την κατάργηση των φόρων και των προνομίων που είχε επιβάλει ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, καθεστώς το οποίο απόλαυσαν έως στις αρχές του 19ου αιώνα (βλέπε Olga Cicanci, Companiile greceşti din Transilvania şi comerţul european în anii 1636-1746 [Οι ελληνικές κομπανίες της Τρανσυλβανίας και το ευρωπαϊκό εμπόριο μεταξύ των ετών 1636-1746], σ. 99, παραπομπή 23).

[48] Τοποθεσία στη Βόρεια Ελλάδα, από όπου προερχόταν η μεγάλη πλειοψηφία των μελών της Κομπανίας του Σιμπίου, έτσι όπως τους περιγράφει η Olga Cicanci στο Structura etnică a companiilor comerciale din Transilvania[Η εθνική δομή των εμπορικών κομπανιών της Τρανσυλβανίας], Παραρτήματα I, III, IV και V, σσ. 42-49.

[49] Olga Cicanci, Companiile greceşti din Transilvania şi comerţul european în anii 1636-1746 [Οι ελληνικές κομπανίες της Τρανσυλβανίας και το ευρωπαϊκό εμπόριο μεταξύ των ετών 1636-1746], εκδόσεις Academia R.S.R., Βουκουρέστι, 1981, σ. 100.

[50] I. Moga, Politica economică austriacă şi comerţul Transilvaniei în veacul XVIII [Η οικονομική αυστριακή πολιτική και το εμπόριο της Τρανσυλβανίας τον 18ο αιώνα], στην Επετηρίδα του Εθνικού Ινστιτούτου Cluj, τόμος VII, Βουκουρέστι, 1938, σ. VIII.

[51] N. Iorga, Despre compania grecilor din Sibiu [Για την Ελληνική Κομπανία του Σιμπίου], στο Studii şi Documente cu privire la istoria românilor [Μελέτες και Έγγραφα σχετικά με την ιστορία των Ρουμάνων], τόμος ΙΒ΄, Βουκουρέστι, 1906, σ. X.

[52] C. Voicu, Biserici ctitorite de grecii din Sibiu (Compania grecească) [Ναοί κτητορίες των Ελλήνων της πόλης Σιμπίου (Η ελληνική Κομπανία)], στο περιοδικό Orizonturi Teologice, έτος V, αριθμ. 1/2004, Oradea, σ. 13.

[53] N. Iorga, ό.π., σ. X.

[54] N. Iorga, ό.π., σ. V-VI και N. Camariano, L’organisation et l’activite culturelle de la Compagnie des marchands grecs de Sibiu, στο περιοδικό Balkania, τόμος VI, Βουκουρέστι, 1943, σσ. 201-204 και 210, 212-213.

[55] Ν. Camariano, ό.π., σσ. 213-215.

[56] Το δικαίωμα να εγκατασταθούν εντός των τειχών των πόλεων της Τρανσυλβανίας αποκτήθηκε με αρκετή δυσκολία από τα μέλη της κομπανίας, ειδικά στην περίπτωση εκείνων που επιθυμούσαν να εγκατασταθούν μόνιμα στο Σιμπίου. Η μόνιμη εγκατάσταση εντός των τειχών της πόλης ταυτιζόταν με την απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη της πόλης, πράγμα που γινόταν με δυσκολία αποδεκτό από την κοινότητα των εντοπίων, γερμανικής –σαξωνικής- καταγωγής, οι οποίοι θεωρούσαν τους Έλληνες εμπόρους υπολογίσιμους ανταγωνιστές στο εμπόριο.

[57] Αθανάσιος Καραθανάσης, Ο ελληνισμός της Τρανσυλβανίας, εκδόσεις ILP Productions, Θεσσαλονίκη, 2003, σ.40.

[58] Αυτόθι, σ. 40.

[59] Αυτόθι, σ. 41.

[60] O. Ghibu, Un semicentenar [Η μια εκαντοταετηρίδα], στο περιοδικό Luceafărul, Σιμπίου, 1913,σ. 812.

[61] I. Moga, ό.π., σ. 156-157, στην παραπομπή.

[62] C. Voicu, ό.π., σ. 9.

[63] I. Moga, ό.π., σσ. 105-106.

[64] Αυτόθι, ό.π., σ. 107, στην παραπομπή / C. Voicu, ό.π., σ. 9.

[65] I. Moga, ό.π., σ. 146 / C. Voicu, ό.π., σ. 9.

[66] I. Mogaό.π., σ. 119, 120,122 / C. Voicu, ό.π., σ. 10.

[67] I. Mogaό.π.,σ. 155 / C. Voicu, ό.π., σ. 11.

[68] I. Mogaό.π., σ. 163 / C. Voicu, ό.π., σ. 12.

[69] I. Mogaό.π., σ. 164 / C. Voicu, ό.π., σ. 12.

[70] N. Iorga, ό.π., σ. IX.

[71] E. Sigerus, Chronik der Stadt Hermannstadt [Χρονικό της πόλης Hermannstadt], τόμος Γ΄, Σιμπίου, 1928, σ. 114, στην παραπομπή / C. Voicu, ό.π., σ. 12.

[72] N. Camariano, ό.π., σσ. 211, 213, στην παραπομπή.

 

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ ΚΑΙ ΠΙΝΑΚΩΝ

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ
Εικόνα 1: Σημερινότοπογραφικό διάγραμμα τηςπόληςΣιμπίου, πηγή: Τουριστικός χάρτης 2004.
Εικόνα 2:Τοπογραφικό διάγραμματηςπόληςΣιμπίουκατά το έτος  1699, πηγή: Αρχείο του Δήμου Σιμπίου.
Εικόνα 3: Τοπογραφικό διάγραμματηςπόληςτου Σιμπίουκατά το έτος 1835, πηγή: Αρχείο του Δήμου Σιμπίου.
Εικόνα 4: Τοπογραφικό διάγραμματηςπόληςΣιμπίουκατά το έτος 1875, πηγή: Αρχείο Δήμου Σιμπίου.
Εικόνα 5:Τοπογραφικό διάγραμματηςπόληςΣιμπίου. Σημειώνονταιτα κτίρια που παρουσιάζονται στα δελτία, πηγή: Τουριστικός χάρτης 2004.
Δελτίο 1. Ο ελληνικός ιερός ναός του χωριού Bungard
Εικόνα 6: Όψητουκαμπαναριούτουελληνικού ιερού ναού του Bungard, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 7: Μετωπική άποψη τουπύργου του καμπαναριούτουιερού ναού του Bungard, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 8: Πλευρική άποψη τουπύργου του καμπαναριούτου ναού του Bungard, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 9:Πλευρικήάποψητουσημερινού ναού του Bungard, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 10: Λεπτομέρειααπό τοκαμπαναριότουιερού ναού τουBungard, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.

Δελτίο 2. Το ελληνικό παρεκκλήσι που στεγάσθηκε στην οικία του Σάξονα Simeon Tzekeli
Εικόνα 11: Τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχουσας κατάστασης, πηγή: Τουριστικός χάρτης 2004.

Δελτίο 3. Ο ελληνικός ιερός ναός του Αγίου Αναστασίου (αργότερα της Μεταμορφώσεως)και το ελληνικό σχολείο των μελών της κομπανίας
Εικόνα 12: Τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχουσας κατάστασης, πηγή: Τουριστικός χάρτης έτους 2004.
Εικόνα 13: Εξωτερικήάποψητου Ιερού, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 14: Εξωτερικήάποψητουαετώματοςτηςκύριαςπρόσοψης, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 15: Εσωτερικήάποψητηςαυλήςτου ελληνικού ιερού ναού κατά τη διάρκεια της κατεδάφισης, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 16: Εξωτερικήάποψητηςαυλήςτουελληνικού ιερού ναού κατάτηδιάρκειατηςκατεδάφισης, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 17: Εξωτερικήάποψητηςεισόδου του ναού, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 18: Άποψη εσωτερικούτουεικονοστασίουτουπαλαιούελληνικού ιερού ναού, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 19: Εσωτερική άποψη.Λεπτομέρειαεικονοστασίουτουπαλαιούελληνικού ιερού ναού, πηγή: Toma Ştefan, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 20: Ο ορθόδοξος ρουμανικός καθεδρικός ναός σήμερα, στο οικόπεδο του πρώην ελληνικού ναού της Μεταμορφώσεως, πηγή: Ίντερνετ, 2006.
Εικόνα 21: Ο ορθόδοξος ρουμανικός καθεδρικός ναός επί του οικοπέδου του παλαιού ελληνικού ιερού ναού της Μεταμορφώσεως, πηγή: Ana Grama, 2006.

Δελτίο 4. Ο ελληνικός ιερός ναός του Ευαγγελισμού (γνωστός και ως «Biserica din Groapă»), η κατοικία του ιερέα της ενορίας και το ενοριακό σχολείο
Εικόνα 22: Τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχουσας κατάστασης, πηγή: Τουριστικός χάρτης 2004.
Εικόνα 23: Εξωτερική άποψητουκαμπαναριούτου ιερού ναού «din Groapă», πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 24: Εξωτερική, πλευρική άποψητουκαμπαναριούτου ιερού ναού «din Groapă», πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 25: Εξωτερικήάποψη της κατοικίας του ενοριακού ιερέατου ναού «din Groapă», πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 26: Εξωτερική πλάγια άποψη της κατοικίας τουιερέατου ναού «din Groapă», πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 27: Εξωτερικήάποψη τουρουμανικούενοριακού σχολείουτου ιερού ναού «din Groapă», πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2006.

Δελτίο 5. Ο εμπορικός οίκος Μανικάτη Σαφράνου
Εικόνα 28: Τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχουσας κατάστασης, πηγή: Τουριστικός χάρτης 2004.
Εικόνα 29: Εξωτερικήάποψητουεμπορικού οίκου Μανικάτη Σαφράνου, φωτογραφία αρχείου,πηγή: Ana Grama, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 30: Ο εμπορικός οίκος Μανικάτη Σαφράνου,φωτογραφία αρχείου,πηγή: Ana Grama, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 31: Ο εμπορικός οίκος Μανικάτη Σαφράνου,φωτογραφία αρχείου,πηγή: Ana Grama, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 32: Το Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο, στη θέση του πρώην εμπορικού οίκου Μανικάτη Σαφράνου, πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2006.

Δελτίο 6. Ο εμπορικός οίκος Χατζή Κωνσταντίνου Ποπ
Εικόνα 33 – Τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχουσας κατάστασης, πηγή: Τουριστικός χάρτης 2004.
Εικόνα 34: Η Μεγάλη Πλατεία του Σιμπίου, έδρα εμπορίου για πολλούς Έλληνες - μέλη της ελληνικής κομπανίας της πόλης, πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2007.
Εικόνα 35: Η Μεγάλη Πλατεία του Σιμπίου, έδρα εμπορίου για πολλούς Έλληνες - μέλη της ελληνικής κομπανίας της πόλης, πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2007.

Δελτίο 7. Η θερινή κατοικία Χατζή Κωνσταντίνου Ποπ
Εικόνα 36: Τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχουσας κατάστασης, πηγή: Τουριστικός χάρτης 2004.
Εικόνα 37: Εξωτερική άποψη της θερινής κατοικίας του Χατζή Κωνσταντίνου Ποπ, πηγή: Ana Grama, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 38: Εξωτερική άποψη της θερινής κατοικίας του Χατζή Κωνσταντίνου Ποπ, φωτογραφία αρχείου, πηγή: Ana Grama, Σιμπίου, 2006.
Δελτίο 8. Ο εμπορικός οίκος Δημητρίου Πατσιούρα

Δελτίο 9. Ο εμπορικός οίκος Ιωάννη Μάρκου

Δελτίο 10. Οι οικίες ΓρηγορίουΜατθαίου
Εικόνα 39: Τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχουσας κατάστασης, πηγή: Τουριστικός χάρτης 2004.
Εικόνα 40: Εξωτερική άποψητων οικιών Ματθαίου, πηγή: Ana Grama, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 41: Η Μικρή Πλατεία του Σιμπίου με τις οικίες Ματθαίου, φωτογραφία αρχείου, πηγή: Ana Grama, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 42:Οι οικίες Ματθαίου σήμερα, πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 43: Η Μικρή Πλατεία του Σιμπίου, οι οικίες Ματθαίου, φωτογραφία αρχείου, πηγή: Ana Grama, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 44: Κατάστημα Γρηγορίου Ματθαίου - Ματέϊου, πηγή: Ana Grama, Σιμπίου, 2006.

Δελτίο 11. Η οικία Τριανταφύλλου
Εικόνα 45: Τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχουσας κατάστασης, πηγή: Τουριστικός χάρτης 2004.
Εικόνα 46: Εξωτερική άποψητης οικίας Τριανταφύλλου, πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2006.

Δελτίο 12. Η οικία Bechnitz
Εικόνα 47: Τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχουσας κατάστασης, πηγή: Τουριστικός χάρτης 2004.
Εικόνα 48: Η οικία Bechnitz σήμερα, πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2006.

Δελτίο 13. Η οικία Σακελαρίου (σημερινή έδρα της Μητροπόλεως του Σιμπίου)
Εικόνα 49: Τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχουσας κατάστασης, πηγή: Τουριστικός χάρτης 2004.
Εικόνα 50: Εξωτερική άποψητης οικίας Σακελαρίου, σημερινή έδρα της αρχιεπισκοπής,πηγή: Suciu Ciprian, Σιμπίου, 2006.
Εικόνα 51: Εξωτερική άποψητης οικίας Σακελαρίου, φωτογραφία αρχείου, πηγή: Ana Grama, Σιμπίου, 2006.