Τούρνου Σεβερίν
Paula Scalcau – δρ Ιστορικός Συγγραφέας, Καθηγήτρια Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Craiova
1. Η ΠΟΛΗ ΤΟΥΡΝΟΥ ΣΕΒΕΡΙΝ – ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Εικόνα 1: Στοιχεία για την Ελληνική Κοινότητα του Τούρνου Σεβερίν
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥΡΝΟΥ ΣΕΒΕΡΙΝ – ΝΟΜΟΣ ΜΕΧΕΝΤΙΝΤΣΙ
Διεύθυνση: Οδός Corneliu Săvoiu, αριθμ. 3, κτίριο Α1, κλ.1, διαμ. 2, Τ.Κ. 220157Τηλ.: 0040-252-322325
Φαξ.: 0040-252-322325
Πρόεδρος: Paula Scalcău
Αριθμός μελών ελληνικής κοινότητας (Δεκέμβρ. 2006): 53
Έτος ιδρύσεως: 1995 (ως τοπικό παράρτημα στο πλαίσιο της Ένωσης Ελλήνων Ρουμανίας)
Δεν υπάρχει ελληνική συνοικία ή περιοχή στην Ντρομπέτα Τούρνου Σεβερίν
Τμήμα από τον χάρτη του Δανιήλ Φιλιππίδη (αρχές του 19ου αιώνα), όπου αναφέρεται η «Πεδιάδα του Σεβερίν»
Τμήμα από τον χάρτη του Ρήγα Βελεστινλή, όπου αναγράφονται το Σεβερίν και η περιοχή «Μεχεδίντζι» [Μεχεντίντσι]
Εικόνα 2: Παλαιοί χάρτες, στους οποίους διακρίνεται η θέση της πόλης Τούρνου Σεβερίν και της περιοχής Μεχεντίντσι.
2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥΡΝΟΥ ΣΕΒΕΡΙΝ
Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΗ
Καθώς οι Έλληνες έμποροι, που διέπλεαν τον Δούναβη, έφθαναν έως τις Σιδηρές Πύλες, η Ντρομπέτα πρέπει να στάθηκε σημαντική πόλη για τις συναλλαγές τους. Οι Γετο-Δάκες που ήταν εγκατεστημένοι σε αυτή την περιοχή, διατηρούσαν αγαστές εμπορικές σχέσεις με τους Έλληνες εμπόρους, οι οποίοι τους προμήθευαν με λάδι, κρασιά και κοσμήματα παίρνοντας σε αντάλλαγμα δέρματα, γούνες και άλλα τοπικά προϊόντα. Στη νησίδα Şimian ανακαλύφθηκαν από αρχαιολόγους τοπικά ασημένια κέρματα –νομισματικές απομιμήσεις τύπου Φιλλίπου του Β΄ καθώς και δραχμές από την ελληνική πόλη του Δυρραχίου που έφεραν στη μία τους όψη το όνομα του δικαστή Αλκαίου, ενώ στην άλλη εκείνο του Αριστήνου και του Στράτωνα.[1]
Τέλη του 3ου αιώνα - αρχές 2ου αιώνα -Αμφορείς προερχόμενοι από τη Ρόδο, που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια αρχαιολογικής ανασκαφής στις καλύβες των Δακών του οικισμού Schela Cladovei, έφεραν τη σφραγίδα του ιερέα Καλλικρατίδα και είναι παρόμοιοι με εκείνους που ανακαλύφθηκαν στο συγκρότημα της Περγάμου, χρονολογούμενοι μεταξύ των ετών 220-180 π.Χ.[2]
101-102 και 105-106 μ.Χ. - Οι Δακο-Ρωμαϊκοί Πόλεμοι θα τερματιστούν με την κατάκτηση ενός μεγάλου μέρους της Δακίας, η οποία μετατράπηκε σε ρωμαϊκή επαρχία. Η Drobeta [Ντρομπέτα] θα καταστεί το πρώτο αστικό κέντρο της ρωμαϊκής Oltenia.
Περίπου 102-105 μ.Χ. - Ο Απολλόδωρος από τη Δαμασκό (60 -125 μ.Χ.), που συγκαταλεγόταν μεταξύ των πρώτων Ελλήνων που συνόδευσαν τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Τραϊανό στις επιδρομές ενάντια στους Δάκες, κατασκεύασε τη γέφυρα πάνω από τον Δούναβη. Η γέφυρα εγκαινιάστηκε τον Ιούνιο του 105 μ.Χ. (βλέπε δελτίο 1). Την ίδια χρονική περίοδο κτίστηκε και το ρωμαϊκό κάστρο της Ντρομπέτα.
Ρωμαϊκή Εποχή
Στα βόρεια του Δούναβη (105-275 μ.Χ.) - Η Ντρομπέτα αποτέλεσε σημαντικό στρατηγικό κέντρο, πόλη-σταυροδρόμι των νευραλγικότερων δρόμων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Γύρω από το παλαιό κάστρο της Drobeta [Ντρομπέτα] αναπτύχθηκε μία αστική συγκέντρωση, η οποία θα έφθανε στο επίπεδο του municipium[δήμου] στα χρόνια του Αδριανού (117-138 μ.Χ.), ενώ αργότερα, την εποχή του Σεπτίμιου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.), θα αναβαθμιζόταν σε colonia [αποικία]. Οι Έλληνες έμποροι εξακολοθούσαν να την επισκέπτονται. Οι αμφορείς που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά του κρασιού και του εκλεκτού λαδιού, συνέχιζαν να φέρουν σφραγίδες με ελληνικούς χαρακτήρες. Ο μεγάλος αριθμός επιγραφών πάνω στις επιτύμβιες πλάκες καταδεικνύει ότι πολλοί από αυτούς τους Έλληνες, ή Ελληνο-ανατολικούς, που προσελκύονταν από την ομορφιά και τα πλούτη της περιοχής, εγκαταστάθηκαν εδώ, στη Ντρομπέτα. Επάνω σε μία επιτύμβια πλάκα διακρίνεται ακόμη χαραγμένο το όνομα του Prim(us) Ael(ius) Ion(icus) εμπορευομένου, που απεβίωσε στην ηλικία των 50 ετών, πιθανότατα ενός Έλληνα που πολιτογραφήθηκε στα χρόνια του Αδριανού. Έλληνες υπήρξαν και οι Ασκληπιός Χροναίος και Ασκληπιός Ασκληπιάδης, έμποροι μάλλον και αυτοί, όπως επίσης ο Minicius Simphorus που ήταν αριστοκράτης της πόλεως της Ντρομπέτα, η Αντωνία Καλλίστη, που έζησε έως τα 60 της και ο σύζυγός της, ο Διογένης τουΜοσχή, ο οποίος και της τοποθέτησε την επιτύμβια πλάκα. [3]
2ος αιώνας - Ο Πτολεμαίος αναφέρει τον οικισμό με την ονομασία Δρουβήις.
Μετά το 275 μ.Χ. και έως το 602 μ.Χ. - Η επαρχία ελεγχόταν από τους Ρωμαίους ενώ μετά την αποχώρηση του Αυρηλιανού, ο οποίος με τα στρατεύματά του διατηρούσε τον έλεγχο μίας εκτεταμένης γεωγραφικής περιοχής βόρεια του Δούναβη που κάλυπτε τις τοποθεσίες Ντρομπέτα, Dierna και Sucidava, χρησίμευσε ως φυλάκιο ανάσχεσης των επιδρομών των μεταναστευτικών πληθυσμών αλλά και για την προστασία της ναυσιπλοΐας στον ποταμό Δούναβη.
4ος αιώνας - Ο Μέγας Κωνσταντίνος (306-337 μ.Χ.) ξαναχτίζει το κάστρο και κατασκευάζει ένα οχύρωμα που εκτείνονταν από τη Ντρομπέτα, διέσχιζε το βόρειο κομμάτι των επαρχιών Oltenia και Muntenia και έφθανε στην περιοχή Ploieşti – Buzău.
6ος αιώνας - Ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ.) επανιδρύει, μεταξύ των άλλων κάστρων βόρεια του Δούναβη και τη Ντρομπέτα, στην οποία δίδει το όνομα της συζύγου του, Θεοδώρας.
602 μ.Χ. - Η κατάρρευση των συνόρων στην περιοχή του Δούναβη και η ταυτόχρονη εισβολή των Σλάβων στα Βαλκάνια οδηγούν στην εγκατάλειψη των οχυρωμένων κέντρων του Δούναβη από τους Βυζαντινούς. Παρά το γεγονός ότι η άμεση επαφή με το Βυζάντιο διακόπτεται, από τις πηγές καταφαίνεται η διατήρηση των άρρηκτων δεσμών των περιοχών του Δούναβη με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Η ΠΟΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
12ος-15ος αιώνας - Τα αρχαιολογικά κτερίσματα που περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό νομισμάτων και αντικειμένων διακόσμου, κυρίως βυζαντινής προέλευσης, που τοποθετούνται χρονικά μεταξύ του 12ου – 15ου αιώνα, συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης μίας αστικής εγκατάστασης στο Σεβερίν. Δυστυχώς, οι πληροφορίες που διαθέτουμε σήμερα αναφορικά με την αστική δομή της μεσαιωνικής πόλης είναι προς το παρόν αρκετά περιορισμένες. Η πολεοδόμηση του οικισμού, ο οποίος σχηματίστηκε γύρω από τις παλαιές οχυρώσεις, είναι απόρροια της προστασίας που εξασφάλιζε το κάστρο, αλλά και της θέσης που αυτό κατείχε στο σταυροδρόμι ορισμένων σημαντικών οδών επικοινωνίας.[4]
1330 - Μετά τη νίκη του Basarab Α΄ στην Posada κατά του Ούγγρου Βασιλιά Carol Robert de Anjou, η περιοχή Banat του Σεβερίν υποτάσσεται από τους ηγεμόνες της Βλαχίας, οι οποίοι θεμελιώνουν πολλές εκκλησίες και μοναστήρια.
1370 - Στα πλαίσια της αντιπαράθεσης με την ουγγρική καθολική προπαγάνδα, ο Vladislav Vlaicu (1364-1374) ιδρύει μία νέα Μητρόπολη στο Σεβερίν. Οι πρώτοι δικαιούχοι αυτής ήσαν Έλληνες: ο Δανιήλ Κριτόπουλος (Άνθιμος), ο οποίος διορίστηκε αργότερα Μητροπολίτης Ουγγρο-Βλαχίας και κατόπιν ο Αθανάσιος.[5] Την ίδια χρονική περίοδο, ο Vladislav Vlaicu χτίζει με δικά του έξοδα και χάρη στις άοκνες προσπάθειες του λόγιου μοναχού Νικοδήμου, το μοναστήρι Vodiţa.
14ος–16ος αιώνας - Το κάστρο δεν διαθέτει μόνο στρατιωτική στρατηγική σημασία, αλλά και οικονομική. Χρυσόβουλα των ηγεμόνων της Βλαχίας αναφέρουν το Σεβερίν συγκαταλέγοντάς το μεταξύ των εμπορικών κόμβων της χώρας.
Η ΠΟΛΗ KATA ΤΟΥΣ ΝΕΟΤΕΡΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ
Στις αρχές του 19ου αιώνα, πριν από την ίδρυση της νεότερης πόλης, «η Πεδιάδα του Σεβερίν» αναφέρεται και σημειώνεται σε χάρτες στις μελέτες Ελλήνων λογίων, όπως του Διονυσίου Φωτεινού ή του Δανιήλ Φιλιππίδη.
1831 - Η έναρξη της εφαρμογής στη Βλαχία του Οργανικού Νόμου (του θεμελιώδους νόμου της χώρας) σηματοδότησε στον τομέα της πολεοδομίας την εμφάνιση μίας κατάλληλης νομοθεσίας καθώς και τον σχεδιασμό και την εφαρμογή στην πράξη ορισμένων οικισμών που δημιουργήθηκαν βάσει προκαθορισμένων σχεδίων.[6] Η διαρκώς αυξανόμενη σημασία του Δούναβη, ως απόρροια της Συνθήκης Ειρήνης της Αδριανούπολης το 1829, οδήγησε στην υιοθέτηση μιας νέας στρατηγικής όσον αφορά το δίκτυο των οικισμών. Η σύγχρονη πόλη του Σεβερίν συγκαταλέγεται μεταξύ των νέων ανασχεδιασμένων παραδουνάβιων πόλεων, οι οποίες δημιουργήθηκαν βάσει προκαθορισμένου σχεδίου, με μια εμβαδομετρική σύνθεση εξόχως ενδιαφέρουσα. Η γεωμετρική χάραξη αποτελεί ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της δομής της πόλης.
1833 - Την άνοιξη του 1833, όταν ο Στρατηγός Kiseleff επισκέφθηκε τα ερείπια της Ντρομπέτα και το Cerneti [Τσερνέτσι], την παλαιά έδρα του νομού, οι κάτοικοι του ζήτησαν τη μετοίκιση της πόλης στην Πεδιάδα του Σεβερίν. Ο στρατηγός, που χαρακτηρίσθηκε από τον Nicolae Iorga ως «άνδρας γενναιόδωρος, με ευρύτητα απόψεων, περισσότερο Γάλλος απ’ ότι Ρώσος…», ζήτησε από το Διοικητικό Συμβούλιο, με έγγραφό του της 22ας Απριλίου του 1833, την ίδρυση της πόλης Τούρνου Σεβερίν. Ο Ηγεμόνας Αλέξανδρος Γκίκας θα διορίσει τον Μιχαήλ Γκίκα, προκειμένου να ασχοληθεί με τα ζητήματα που θα ανέκυπταν από την ίδρυση της καινούργιας πόλης.
1835 - Ο Μιχαήλ Γκίκας θα επιφορτίσει τον αρχιτέκτονα του κράτους Xavier Vilacrosse με το καθήκον της υλοποιήσης των σχεδίων της νέας πόλης.
1836, 11 Μαρτίου - Το πραγματικό έτος ιδρύσεως της πόλης. Ο μηχανικός Moritz von Ott αρχίζει την εκτέλεση του σχεδίου του Vilacrosse. Ορισμένες δυσκολίες και παρατυπίες όμως ανάγκασαν τον Moritz von Ott να αποχωρήσει από το Σεβερίν, ενώ την υλοποίηση του έργου ανέλαβε ο μηχανικός Al. Popovici.
19ος αιώνας - Σταδιακά, η νέα εμπορική πόλη διασφάλιζε τους δεσμούς της με τον ρουμανικό και τον ευρωπαϊκό κόσμο, χάρη στην κατασκευή του οδικού άξονα που συνέδεε την πόλη Craiova [Κραϊόβα] με την πόλη Orsova [Όρσοβα] και του σιδηροδρομικού άξονα Βουκουρεστίου-Βαρτσιόροβα. Τα έγγραφα που φυλάσσονται στα νομαρχιακά αρχεία του νομού Μεχεντίντσι αποδεικνύουν τη μέριμνα για τον καλλωπισμό της πόλης και «το σεβασμό των αστικών κανόνων», [7] τη φροντίδα για τη δημιουργία πάρκων και δημόσιων κήπων, [8] την κατασκευή οδικών αξόνων, τη λιθόστρωση δρόμων και αγορών,[9] την εγκατάσταση δημόσιου φωτισμού[10] και το ζήλο για τη διατήρηση του αποθέματος του παρελθόντος. [11]
Αναφορές επίσης υπάρχουν για την ευθυγράμμιση των κτιρίων της κάθε οδού.[12] Ιδιαίτερη μέριμνα δόθηκε ως προς το σεβασμό των κανόνων χάραξης των δρόμων,[13] για τη διευθέτηση του τρόπου ανέγερσης των κτιρίων. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο μηχανικός κάνει έκκληση στην αστυνομία και στο νομαρχιακό συμβούλιο, αιτούμενος τη λήψη άμεσων μέτρων προκειμένου να αποτραπεί η παραβίαση των κανόνων οικοδόμησης σε καινούργια οικόπεδα.[14] Σε άλλες περιπτώσεις, οι σύμβουλοι της πόλης είναι εκείνοι που ζητούν περισσότερη προσοχή από πλευράς του μηχανικού – αρχιτέκτονα, με σκοπό να μην ανεγερθούν και άλλες οικοδομές «δίχως να τηρηθούν αυστηρά εκείνα τα καταστατικά». [15]
1866, 8 Μαΐου - Ο Πρίγκιπας Κάρολος εισέρχεται για πρώτη φορά στο ρουμανικό έδαφος, φθάνοντας στο Σεβερίν και ακολουθώντας την ίδια διαδρομή με τον Τραϊανό, όταν ο τελευταίος είχε έλθει στη Δακία.
Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΛΗ
1918 και εξής - Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ρουμανική οικονομία εισέρχεται σε μια φάση ανασυγκρότησης και σταδιακής άνθησης. Την εποχή αυτή αναπτύσσουν δραστηριότητες στο Τούρνου Σεβερίν και σε άλλες τοποθεσίες του Μεχεντίντσι πολλές εμπορικές εταιρείες με ιδιοκτήτες Έλληνες (Σταυρίδης, Βλάχος, Κοτίνας, Μούζας, Γκικουλέσκου, Σκουρτόπουλος κ.ά.).
1929-1933 - Η ρουμανική οικονομία διέρχεται μία περίοδο κρίσης. Ακόμη και σ’ αυτή την δύσκολη περίοδο, οι επιχειρηματίες ελληνικής καταγωγής συνεχίζουν να αναπτύσσουν δραστηριότητες τόσο στην πόλη (Νικολάου, Χρηστοδώρου, Καραδήμος, Βασιλείου, Χαλκιάς) όσο και στον ευρύτερο νομό Μεχεντίντσι (Πολυάδης, Βάβουρας, Αγγελίδης, Μουστακίδης).
- Διεξάγεται ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Από τον Απρίλιο του 1944 έως και τις 23 Αυγούστου του 1944, το Σεβερίν υπέστη βομβαρδισμούς (11 στον αριθμό) της αγγλο-αμερικανικής αεροπορίας. Πολλές ιδιοκτησίες Ελλήνων συγκαταλέγονται μεταξύ των κτιρίων που καταστρέφονται. Τα γεγονότα της 23ης Αυγούστου του 1944 θα εντάξουν τη Ρουμανία στη σφαίρα της πολιτικής επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, διαφοροποιώντας την από τις πολιτικές επιλογές της Ελλάδας.
1944, 23 Νοεμβρίου - Νέος Δήμαρχος της πόλης Τούρνου Σεβερίν αναλαμβάνει ο σοσιαλδημοκράτης Καθηγητής Κωνσταντίνος Παπακώστεα, καταγόμενος από την Ελλάδα.
1948, 11 Ιουνίου - Η επιβολή του νόμου που προβλέπει με την κρατικοποίηση των κύριων μέσων παραγωγής, επηρεάζει πολλούς Έλληνες του Τούρνου Σεβερίν και του νομού Μεχεντίντσι, έχοντας ως καταληκτήρια συνέπεια να απωλέσουν οικόπεδα και κτίρια μαζί με όλο τον εξοπλισμό τους.
1995, 28 Οκτωβρίου - Μετά την επανίδρυση της ελληνικής κοινότητας, η παλαιά ελληνική αποικία του Τούρνου Σεβερίν ανασυγκροτείται και καθίσταται μέλος της Ένωσης Ελλήνων Ρουμανίας.
3. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΝΟΥ ΣΕΒΕΡΙΝ
1.3.1. Γενικές πληροφορίες
Παρά το γεγονός ότι οι κάτοικοι του Cerneti [Τσερνέτσι], της παλαιάς πρωτεύουσας της επαρχίας, ήταν εκείνοι που ζήτησαν το 1833 τη μεταφορά της τελευταίας στην Πεδιάδα του Σεβερίν, οι ίδιοι, για μεγάλο χρονικό διάστημα, αρνήθηκαν να πληρώσουν τα καινούργια οικόπεδα. Εξαιτίας της άρνησής τους, το κράτος παραχώρησε στις 25 Ιουνίου του 1836 στους αλλοδαπούς το δικαίωμα αγοράς οικοπέδου εντός σχεδίου πόλεως ευννοώντας την εγκατάστασή τους εκεί. Αυτό προσδίδει στην πόλη έναν δυτικό χαρακτήρα, που θα αποτελέσει «την υλοποίηση σε μικρογραφία όλων των επιτευγμάτων του πολιτισμού, τον αντικατοπτρισμό στο επίπεδο του εδάφους μίας μορφής φιλελεύθερης – αριστοκρατικής ζωής που τώρα νίκησε».[16] Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πόλη απαρτιζόταν σε μεγάλο ποσοστό από ξένους: Γερμανούς και Ούγγρους, Σέρβους, Έλληνες, Βούλγαρους, Γάλλους, Αλβανούς, Άγγλους, Αρμένιους, Εβραίους, Πολωνούς, Τσέχους, Ρώσους κ.ά. εθνικότητες. Το 1865 οι Έλληνες κατελάμβαναν την τέταρτη θέση, ποσοστό 4% επί του συνολικού πληθυσμού του Σεβερίν, μετά τους Γερμανούς (54,3%), τους Ρουμάνους (27%) και τους Εβραίους (8,5%).[17]
Και πριν το 1833 κατοικούσαν στο Τσερνέτσι Έλληνες, οι οποίοι ασχολούνταν με το εμπόριο. Πολλοί είχαν εγκατασταθεί στο Μεχεντίντσι προθύστερα και κατείχαν ήδη αξιόλογες περιουσίες ή μισθωμένη γη. Μεταξύ των πιο γνωστών Ελλήνων εμπόρων του Τσερνέτσι ήταν και ο Χατζή Γιοργάκη (ή άλλως Γιορντάκε). Στη διαθήκη που συνέταξε, το 1806, διέθετε την περιουσία του για την ίδρυση τριών σχολείων, δύο στο Τσερνέτσι και ένα στη Banoviţa, με την επιθυμία σε ένα από αυτά τα μαθήματα να γίνονται στην ελληνική γλώσσα. Πολλοί από τους Έλληνες του Τσερνέτσι μετοίκησαν στο Σεβερίν, γοητευμένοι από τις οικονομικές προοπτικές της πόλης. Οι περισσότεροι όμως Έλληνες του Σεβερίν δεν προέρχονταν από το Τσερνέτσι αλλά ήρθαν εδώ, μετά την ίδρυση της πόλης, από τη Μακεδονία και κυρίως από την Ήπειρο. Η πλειονότητά τους ήταν επιχειρηματίες, μία ενασχόληση που συμβάδιζε με την τάση εκσυγχρονισμού της ρουμανικής κοινωνίας των αρχών του 19ου αιώνα.
Παρόλο που στην απογραφή του 1933 το ποσοστό των αλλοεθνών του Σεβερίν ανερχόταν μόλις στο 8,2%, ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι ο αριθμός των Ελλήνων εξακολουθούσε να αυξάνεται (από 20 ελληνικές οικογένειες το 1865, στις 52 το έτος 1933). Ειδικότερα, συνέχισε η ροή της μετανάστευσης από την Ήπειρο, που βρισκόταν ακόμα υπό τουρκική κυριαρχία. Πολλοί Έλληνες που επιθυμούσαν να ζήσουν ελεύθεροι και σε ορθόδοξο χριστιανικό περιβάλλον, εξακολουθούσαν να καταφθάνουν στο Τούρνου Σεβερίν.
Στις απογραφές που διενεργήθηκαν μετά το 1989, ανέκυψαν τα παρακάτω αποτελέσματα: το 1992 στο νομό Μεχεντίντσι καταγράφηκε μόνο ένα άτομο ελληνικής εθνικότητας, από ένα σύνολο 3.940 σε ολόκληρη τη ρουμανική επικράτεια, όταν ο πληθυσμός της Ρουμανίας υπολογιζόταν σε 22.810.035 κατοίκους. Στην απογραφή του 2002, όταν ο αριθμός των Ελλήνων της Ρουμανίας έφθανε τους 6.513 σε ένα σύνολο πληθυσμού 21.698.181 κατοίκων, οι Έλληνες του νομού Μεχεντίντσι ανέρχονταν σε 16, από τους οποίους οι 15 ήταν εγκατεστημένοι στη Ντρομπέτα – Τούρνου Σεβερίν. Ασφαλώς, οι κάτοικοι ελληνικής καταγωγής ξεπερνούσαν τον αριθμό που αποδίδεται στις ανωτέρω απογραφές. Αυτό αποδεικνύεται από τις στατιστικές της ελληνικής κοινότητας, όπου σήμερα είναι εγγεγραμμένα 53 μέλη ελληνικής καταγωγής. Η εξήγηση έγκειται στο ότι η πλειοψηφία των ατόμων ελληνικής καταγωγής ζει σε μικτές οικογένειες, όπου εκδηλώνεται ισχυρό το συναίσθημα συμμετοχής στη ρουμανική οικογένεια. Τούτο βέβαια δε σημαίνει ότι χάθηκε η συνείδηση των τόπων καταγωγής των οικογενειών τους και ότι δεν θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες, αλλά ότι δε μπορούν να μη δηλώσουν Ρουμάνοι (στην απογραφή, ο κάθε δημότης υποχρεούται να δηλώσει μόνο μία καταγωγή).
Τα έγγραφα του δημαρχείου αποκαλύπτουν τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι Έλληνες έμποροι σ’ αυτό από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής του. Χάρη στους φόρους που πληρώνουν, οι Έλληνες συνεισφέρουν αποφασιστικά στη δημιουργία του κεφαλαίου της νέας πόλης. Το έτος 1853 βρίσκουμε στον κατάλογο των εισφορών που διαμόρφωναν τον προϋπολογισμό της πόλης τον Θωμά Μιχαήλ, ο οποίος πλήρωσε 3.670 λέι φόρο τελωνείου, τον Θανάση Γεωργίου που πλήρωσε αντίστοιχα 112 λέι φόρους για εισοδήματα από άμαξες, τον Χρήστο Πολυχρονίου με εισφορά 517 λέι φόρους από την καταμέτρηση των βαρελιών, τον Γιαννάκη Σταυρή που εισέφερε 1.810 λέι σε φόρους για εισοδήματα από αγελάδες, τον Πολυχρόνιο Φουρτούνα που κλήθηκε να πληρώσει 180 λέι φόρους για εισοδήματα από καλοκαιρινές δραστηριότητες του έτους 1852 καθώς και τον Γιάννη Πανταζόπουλο, ο οποίος πλήρωσε 1.576 λέι και 30 λεπτά φόρους για εισοδήματα από ποτά.[18] Ο τελευταίος απαντάται και ως εργολάβος των φόρων εισοδημάτων της πόλης, σε ένα έγγραφο με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1865, όταν κερδίζει, κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού, την εργολαβία του φόρου εισοδήματος για ποτά (2.250 φλουριά) και για τέλη των αγελάδων που κυοφορούν (με 1.405 φλουριά).[19] Στις 28 Ιανουαρίου του 1865 το Κοινοτικό Συμβούλιο του Σεβερίν αποφασίζει την παρακράτηση του 50% των εισοδημάτων του Γιάννη Πανταζόπουλου, εισοδήματα που προέκυπταν από τις εξαγωγές και τις εισαγωγές που αυτός πραγματοποιούσε μέσω του λιμανιού της πόλης, με συνολικό ποσό ύψους 1.251 φλουριών.[20] Στους καταλόγους με τις εισφορές του τελωνειακού αγκυροβολίου 1861-1862 συναντούμε πολυάριθμους Έλληνες μεταξύ των εξαγωγέων του Σεβερίν, όπως τον Κωνσταντίνο Αναστασίου, τον Απόστολο Νικολάου, τον Κωνσταντίνο Παναγιωτέσκου, τον Θωμά Μιχαήλ, τους αδελφούς Χρυσοχοΐδη και τον Γιάννη Πανταζόπουλο. [21] Μερικοί από αυτούς εμφανίζονται στον πίνακα από όπου επιλέγονταν οι εμπορικοί δικαστές, αυτοί που καλούνταν να παρευρεθούν μαζί με τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου στις εμπορικές δίκες: ο Κώστα Παναïτέσκου, ο Κωστής Παπαδόπουλος, ο Νικόλαος Μ. Φουρτούνας, ο Γιάννης Πανταζόπουλος.[22]
Το 1865, μεταξύ των 17 αρτοποιών που εξασφάλιζαν το ψωμί του Σεβερίν αριθμούνταν και οι Έλληνες: Χρηστόδωρος Δημητρίου, Δημήτριος Π. Σαρδελλής, Στέφανος Αποστόλου, Κωστής Γεωργίου, Αθανάσιος Παναγιώτου, Μίχος Αντωνίου, Μίχος Δημητρίου και Μίχος Πολυχρονίου. Ο τελευταίος χαρακτηριζόταν, μαζί με τον Γερμανό Conrad Graf, σε ένα έγγραφο του Δημαρχείου ως «οι πιο καπιταλιστές αρτοποιοί αυτής της πόλης».[23]
Ανάμεσα στους ελληνικής καταγωγής συμβούλους της νέας πόλης συγκαταλέγονταν ο Νικόλαος Μ. Φουρτούνας, [24] ο Θωμάς Μιχαήλ,[25] ο Κώστα Παναïτέσκου.[26] Στην πόλη διετέλεσαν και δήμαρχοι ελληνικής καταγωγής, όπως ο Αριστείδης Αναστασίου (1887-1888, 1898-1899) και αργότερα ο σοσιαλο-δημοκράτης Καθηγητής Κωνσταντίνος Παπακώστεας-Πάζουρας (1944).
Τα σπίτια που χτίστηκαν έως το 1857 από τους Έλληνες εμπόρους, ήταν από τα πρώτα και τα πλέον εμφανίσιμα της πόλης. Μεταξύ αυτών -που ήταν χτισμένα με τούβλα, ορισμένα και με όροφο- απαριθμούνταν και οι οικίες των εμπόρων Αποστόλου, Δημητρίου, Φουρτούνα, Γεωργίου και Μιχαήλ. Από τον Απρίλιο του 1842, εντοπίζονται στον κατάλογο των αγοραστών οικόπεδων της νέας πόλης ο Νικόλαος και ο Θωμάς Γκρέκου (ένα οικόπεδο των 108 λέι), ο Χρηστοδώρος Δημητρίου (ένα οικόπεδο των 129 λέι και 36 λεπτών), ο Δημήτριος Αποστόλου (3 οικόπεδα – των 162, 520 και 216 λέι, αντίστοιχα). Έως το 1857 είχαν πουληθεί τα 370 από τα 404 οικόπεδα που προβλέπονταν, αλλά μόνο στα 250 από αυτά είχαν οικοδομηθεί κατοικίες.[27]
Η λειτουργία των πανδοχείων και των ξενοδοχείων αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο στη ζωή του Σεβερίν και οι Έλληνες της πόλης διαδραμάτισαν εξαιρετικό ρόλο στη δημιουργία και τη διαχείρισή τους. Οι περισσότεροι εξ αυτών ήταν Ηπειρώτες, προερχόμενοι από την καρδιά της Πίνδου. Η νεοϊδρυθείσα παραδουνάβια πόλη συνιστούσε σημαντικό σημείο-κόμβο κατά μήκος των παλαιών εμπορικών δρόμων που ακολουθούσαν οι έμποροι των Βαλκανίων. Μία γνωστή εμπορική διαδρομή της νοτιοανατολικής Ευρώπης ξεκινούσε από τη Βούδα και κατέληγε μέσω των Szeged, Arad, Lipova και Deva στο Sibiu, όπου διακλαδίζονταν σε περισσότερες κατευθύνσεις. Μία από αυτές οδηγούσε προς το Τούρνου Σεβερίν –Νικόπολη, μέσω του περάσματος του Câineni. Μία άλλη εμπορική οδός ένωνε τα Ιωάννινα με τη Βιέννη, περνώντας από Σιάτιστα – Κοζάνη – Θεσσαλονίκη – Σέρρες – Μελένικο – Σόφια – Βιδίνιο – Όρσοβα – Τιμισοάρα και Πέστη.[28]
Ένα έγγραφο στο αρχείο του Δημαρχείου Σεβερίν, με χρονολογία 24 Μαΐου του 1877, διασώζει τα ονόματα των ξενοδόχων, των χαντζήδων και των ταβερνιάρηδων που τη συγκεκριμένη ημέρα πλήρωναν φόρους στο δήμο. Από τα έξι ξενοδοχεία του Σεβερίν, τα τέσσερα (όλα τους Α΄ κατηγορίας) τα διαχειρίζονταν Έλληνες, οι οποίοι ήταν ταυτόχρονα και οι ιδιοκτήτες τους: ο Δημήτριος Παναγιωτόπουλος, ο Μίχος Πολυχρονίου, ο Απόστολος Πανταζόπουλος, ο Χρηστόδωρος Δημητρίου. Από τα 27 πανδοχεία, τα έξι ανήκαν σε Έλληνες: στον Κωστή Μιλανόπουλο (στις οικίες Miculescu), τον Γ. Χρηστόδωρο (στις οικίες Gh. Matei), τον Γιάννη Θανασίου (στις οικίες C.Popescu), τον Σπύρο Αλέξιο Παναΐτ (στις οικίες Alhalel), τον Ματθαίο (Matei) Ν. Πριμικυρίδη (στις οικίες Ţăpârdea) και τον Γ. Μιχαήλ (στις οικίες I.B. Popescu).
Οι τελευταίες ημέρες του Δεκεμβρίου του 1989 σηματοδοτήθηκαν όχι μόνο από τα γεγονότα που έμελλαν να προσδώσουν ένα καινούργιο πρόσωπο στη Ρουμανία, αλλά και από τη γέννεση της Ένωσης Ελλήνων Ρουμανίας. Μετά από πολλά χρόνια, οι Έλληνες του Τούρνου Σεβερίν ίδρυσαν τη μικρή τους κοινότητα που από τον Οκτώβριο του 1995 κατέστη μέλος της Ένωσης Ελλήνων Ρουμανίας. Τα μέλη της διακατέχονται από ισχυρό συναίσθημα συμμετοχής στη μεγάλη οικογένεια των Ρουμάνων, αλλά ταυτόχρονα διατηρούν με υπερηφάνεια τη συνείδηση της καταγωγής τους. Γύρω τους συσπειρώθηκαν και αρκετοί συμπαραστάτες, λάτρεις της ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, οι οποίοι συμμετέχουν ενεργά στη ζωή της κοινότητας.
1.3.2. Οι τόποι καταγωγής των Ελλήνων του Σεβερίν. Ελληνικές οικογένειες
α. Ελληνικές οικογένειες με καταγωγή από την Ήπειρο
Το φτωχό και άγονο έδαφος, σε συνδυασμό με την οθωμανική κυριαρχία ανάγκασαν πολλούς Ηπειρώτες να εγκαταλείψουν τις γενέτειρές τους. Γύρω στο 1855, στην πόλη Σεβερίν, όπως έγραφε στα Απομνημονεύματά του ο μικρότερος αδελφός του V. Demetrescu, ιατρός C.D. Severeanu, «όλο το εμπόριο ελεγχόταν από τους Έλληνες των Ιωαννίνων, οι οποίοι σιγά-σιγά εγκαταστάθηκαν, νυμφεύθηκαν στα χωριά, πολλαπλασιάστηκαν και μετατράπηκαν στους σημερινούς βογιάρους».[29] Ο συγγραφέας αναφέρει ότι στην παιδική του ηλικία, ο μεγαλύτερος αδελφός τον είχε πάρει στο Σεβερίν, όπου έτρωγε με δελτίο σε έναν Έλληνα κουλουρτζή: «Ο κυρ Χατζή, άνθρωπος ψηλός, γεροδεμένος, καλοφτιαγμένος, παλικάρι όπως είναι οι Έλληνες, ήταν ντυμένος με ανατολίτικο κουστούμι – αντερί σφιχτό με ριγέ σάλι και από πάνωκοντό γούνινο σακάκι από γούνα αλεπούς ή άλλο ζώο. Ο Έλληνας ήταν περήφανος, διότι είχε μεγάλα μουστάκια και πάντοτε ναργιλέ με τσιμπούκι 50 εκατοστών. Ο Χατζή καθόταν πιο πολύ στο μαγαζί, όπου πούλαγε όλα τα χειροφτιαχτά προϊόντα και ανατολίτικα υφάσματα. Ο κυρ Θανάσης ήταν πιο απλός, κοντός στο ανάστημα, γεματούλης, ξυρισμένος και ντυμένος με ρούχα ανάμικτα, και τούρκικα και ευρωπαϊκά. Αυτός είχε τη διεύθυνση του φούρνου: ψωμί, λαγάνες, σιμίτια, κουλούρια, τυρόπιτες και άλλες πίτες. Αχ! Οι πίτες ήταν απολαυστικές, που έγλυφες τα δάχτυλά σου. Πράγματι, λυπόμουν που μου έμενε λίπος στα δάχτυλα, τόσο καλή μου φαινόταν! Μπελάς ήταν ότι δεν είχα με τί να αγοράσω περισσότερη. Ο κυρ Θανάσης είχε πραγματική τέχνη στο φτιάξιμο της πίτας, ώστε του βγήκε η φήμη σαν να ήταν ξυρισμένος παπάς... Όταν έκανε κρύο, ένιωθα μία ευτυχία, διότι με δεχόταν στο δωμάτιο που έφτιαχνε την πίτα. Ήταν ένα φοβερό θαύμα, να έβλεπες τον κυρ Θανάση πως άπλωνε τα φύλλα και πως τα πέταγε πάνω από το πίσω μέρος των χεριών, ώσπου γίνονταν μεγάλα σα σεντόνια».[30]
Οι περισσότεροι Ηπειρώτες εγκαταστάθηκαν στο Σεβερίν προερχόμενοι από το Ζαγόρι, από το Πάπιγκο. Στις ταξιδιωτικές του σημειώσεις το 1898, ο Γ. Παρασκευόπουλος ανέφερε το Σεβερίν ως «την πιο όμορφη πόλη του Δούναβη, που εντυπωσίαζε με την κομψότητα, την καθαριότητα και τους κήπους της» και τους Έλληνες του Πάπιγκου που συνάντησε εκεί, οι οποίοι ήλπιζαν ότι κάποια μέρα το χωριό τους θα απελευθερωθεί και αυτοί θα επιστρέψουν στα σπίτια τους. [31] Ανάμεσα στις οικογένειες με καταγωγή από το Πάπιγκο που συνέδεσαν το όνομά τους με την ιστορία της νέας πόλης, ήταν οι οικογένειες Φουρτούνα, Πολυχρονίου, Αναστασίου, Αναγνωστόπουλου, Τσέλιου-Παναγιωτέσκου, Δημητρίου, Ντάσκα, Τσιοτίδη, Αποστόλου, Γκικουλέσκου, Μιχαηλίδη, Μούζα, Σκουρτόπουλου, Χριστοδούλου, Δαλαγιαννόπουλου, Γιαννόπουλου, Μιχαήλ, Γεωργίου, Λάππα, Οικονόμου, Πρωτοσύγκελου, Νικολάου, Χρυσοχοΐδη, Μιλανόπουλου και Ζηκόπουλου.
Η πλειοψηφία των παπιγκιωτών που εγκαταστάθηκαν στο Σεβερίν ήταν επιχειρηματίες. Οι περισσότεροι ήταν ιδιοκτήτες μαγαζιών και οινοποιείων. Επισημάνθηκε πιο πάνω ο ρόλος που έπαιξαν στο άνοιγμα και στη διαχείριση των πανδοχείων και των ξενοδοχείωντου Σεβερίν. Ο Κωστής Παναγιωτέσκου, ο Θωμάς Μιχαήλ, οι αδελφοί Χρυσοχοΐδη, ο Μίχου Αναστασίου, ο Απόστολος Νικολάου απαριθμούνταν μεταξύ των μεγαλύτερων εξαγωγέων της πόλης. Πολλοί από αυτούς είχαν εκμισθώσει και χωράφια ή ήταν γαιοκτήμονες στο Μεχεντίντσι. Στην απογραφή του Πάπιγκου το 1861, δίπλα στα ονόματα κάποιων κατοίκων που απουσίαζαν, υπάρχει η παρατήρηση «Βεκιλής [Επιστάτης] στη Βλαχία». [32] Παπιγκιώτες όμως εντοπίζονται και ανάμεσα στους δικηγόρους (Χριστόδουλος Τσιοτίδης, Αριστείδης Αναστασίου, Δημήτριος Γκικουλέσκου) αλλά και στους καθηγητές (Λίλι Κρίστεα, Κωνσταντίνος Παπακώστεα-Πάζουρας). Απαντώνται επίσης παπιγκιώτες και ανάμεσα στους γιατρούς. Ο ιατρός Severeanu θυμόταν τον πρώτο γιατρό που είχε γνωρίσει στα παιδικά του χρόνια στο Σεβερίν. Ήταν ο κυρ Θανάσης, ο φούρναρης, που μετά την απουσία του από την πόλη για κάποιο χρονικό διάστημα, επέστρεψε ντυμένος με γερμανικά ρούχα, διότι είχε γίνει γιατρός. Είχε ένα είδος ταγαριού με χωρίσματα, με πλούμισμα σιντεφιού, γεμάτο με μπουκαλάκια με υγρά σε διάφορα χρώματα και γυάλινα ποτηράκια, το οποίο το έβαζε στην πλάτη και έβγαινε στο δρόμο φωνάζοντας: «Γιατρός καλός, καλός γιατρός!».[33]Αυτό συνέβη γύρω στο 1854, αλλά το Σεβερίν γνώρισε και αργότερα Έλληνες ιατρούς. Από αυτούς, ο Γ. Γκικουλέσκου είχε σπουδάσει στη Βιέννη, ενώ ο Οδυσσέας Αποστόλου έμελλε να καταστεί γιατρός του ρουμανικού στρατού και αντιπρόεδρος της Ρουμανικής Ιατρικής Εταιρείας. Οι ανωτέρω, μαζί με τον Πολυχρονίου, προέρχονταν από οικογένειες με καταγωγή το Πάπιγκο της Ηπείρου.
β. Ελληνικές οικογένειες με καταγωγή από τη Μακεδονία
Οι περισσότερες οικογένειες της Μακεδονίας ήλκαν την καταγωγη τους από την τοποθεσία Βλάστη. Αυτή εμφανίζεται και με τα ονόματα Βλάτση, Μπλάτση, Μπλατς ή Μπλάτσα. Άλλες τοποθεσίες καταγωγής των Ελλήνων του Σεβερίν από την περιοχή της Μακεδονίας ήταν το Αιδηνοχώρι, το Τσοτύλι, η Σιάτιστα, η Πτολεμαΐδα, ο Κινάμμος, η Πιπιλίστεα, το Μολόβιστε και οι Σέρρες.
Από τις οικογένειες τις προερχόμενες από τη Βλάστη, η οικογένεια Τόπτσιου-Τριανταφύλλου αποτελεί τη μεγαλύτερη που εγκαταστάθηκε στο Μεχεντίντσι. Συναντούμε τους αδελφούς Τριανταφύλλου όχι μόνο στην πόλη Τούρνου Σεβερίν, αλλά και σε άλλους οικισμούς του νομού: στο Podu Gros, όπου διέθεταν ένα τσιφλίκι, στο Gruia, όπου είχαν αποθήκες ξυλείας, τούβλων και τσιμέντου, στο Cioroboreni, όπου είχαν στην κατοχή τους ένα εργοστάσιο κατασκευής κεραμιδιών, σανίδων αλλά και ατμοκίνητους μύλους. Ο Δημήτριος Τόπτσιου-Τριανταφύλλου, που γεννήθηκε στη Βλάστη τον Οκτώβριο του 1842, ασχολήθηκε με την υλοτομία. Είναι εκείνος που έχτισε τα σπίτια της γωνίας των οδών Smârdan και Matei Vasilescu στο Τούρνου Σεβερίν. Μέχρι σήμερα διασώζεται η πλάκα με τα αρχικά του και το έτος ανέγερσής τους, 1905. Η αδελφή του Δημητρίου, η Αλεξάνδρα Τόπτσιου-Μηνά, που ήταν παντρεμένη στη Βλάστη, είχε 5 κορίτσια. οι δύο από αυτές έμειναν στο χωριό (οι Tinca και Zoiţa), ενώ οι άλλες τρεις θυγατέρες της εγκαταστάθηκαν στο Μεχεντίντσι, όπου νυμφεύθηκαν επίσης Έλληνες: η Χαρίκλεια Μηνά με τον Αδάμ Νικολάου, ενώ η Ευαγγελία Μηνά με τον Αργύρη Ευθυμίου. Η Ελένη Μηνά, που υιοθετήθηκε από τον αδελφό της μητέρας της Δημήτριο Τόπτσιου-Τριανταφύλλου, παντρεύτηκε αρχικά τον Κουντουρά και έπειτα τον ιατρό Στέφανο Λέκκα, και τους δύο με καταγωγή από τη Βλάστη. Ο Γεώργιος Τόπτσιου-Τριανταφύλλου, αδελφός του Δημητρίου, κατοικούσε σε ένα από τα σπίτια της οδού Matei Vasilescu. Η μεγάλη του κόρη, η Χαρίκλεια, παντρεύτηκε στο Gruia με Έλληνα, τον Δημήτριο Δημητρίου, ενώ η μικρότερη με έναν Έλληνα από το Καλαφάτι, τον Χριστοδούλου. Οι άλλες κόρες του παντρεύτηκαν Ρουμάνους (η Ουρανία έγινε κυρία Sprâncenatu, ενώ η Μαριάνθη θα ονομαστεί Boengiu). Τον Θανάση Τόπτσιου τον συναντάμε στο Gruia, ενώ τον Ζήκου Τόπτσιου στο Cioroboreni. Οι απόγονοι του γιου του Δημητρίου ζουν στην Craiova [Κραϊόβα] και την Timisoara [Τιμισοάρα], ενώ εκείνοι της κόρης του Ελένης (παντρεμένη επίσης με έναν συγχωριανό από τη Βλάστη, τον Τάριο), φθάνουν στο Pătule, στο Gârla Mare αλλά και στην Τούλτσεα, στην Τιμισοάρα, στο Βουκουρέστι, τον Καναδά και τις Η.Π.Α. Ο Κωνσταντίνος Τόπτσιου-Τριανταφύλλου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μεγαλοϊδιοκτήτες του Μεχεντίντσι. Μαζί με τη σύζυγό του μνημονεύεται στο ημερολόγιο της Κωστάντζας Filipek [Φίλιπεκ], όπου η σύζυγος του Μιχαήλ Αναστασίου περιγράφει τον Μάρτιο του 1911 το ταξίδι που πραγματοποίησε στη Γαλλία συνοδευόμενη από τον σύζυγό της και την οικογένεια Τριανταφύλλου, με σκοπό να αγοράσει ένα τσιφλίκι στο Μεχεντίντσι, η ιδιοκτήτρια του οποίου κατοικούσε στο Παρίσι. [34]
Από τη Βλάστη καταγόταν και η οικογένεια Θεμελή. Ο Κωνσταντίνος Θεμελής, που γεννήθηκε στη Βλάστη το 1853, απαντάται στο Pătule το 1884, όταν ζητά την εγγραφή της επιχείρησής του [35] και εν συνεχεία στο Vânju Mare, [36] μετά το 1895. Από τη Βλάστη επίσης έλκουν την καταγωγή τους και οι οικογένειες Καραγκόγκου από το Pătule, Στέργιου Τάριε από το Gârla Mare, Μάρκου Αγγελίδη από το Cujmir, Γεωργίου Α. Μουστακίδη, ιδιοκτήτη ενός μύλου από το Pristol. Στη Βλάστη γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου του 1881 και ο Ιωάννης M. (Γιάνκου) Νικολάου από το Gruia, έμπορος δημητριακών, ιδιοκτήτης επιχείρησης χειροτεχνικών ειδών, αποικιακών και ειδών σιδηρουργίας καθώς και οι αδελφοί Γεώργιος και Γιάνκου Δέλλας, οι οποίοι αρχικά ήταν ιδιοκτήτες μαγαζιών στο Cujmir εμπορευόμενοι αποικιακά, είδη χειροτεχνίας και υφαντουργίας. Πρώτος εγκαταστάθηκε στο Τούρνου Σεβερίν ο Γεώργιος Δέλλας, ο οποίος το 1907 παντρεύτηκε την Αικατερίνη Πιπιλιάγκα, και αυτή με καταγωγή από τη Βλάστη. Ο αδελφός του, Γιάνκου Δέλλας, είχε παντρευτεί από το 1914 την Αγνούλα Σταμούλα, από το ίδιο χωριό.
Από την Πιπιλίστεα (Ναμάτων) είχε καταγωγή ο Διαμαντής Βάβουρας που ανέπτυξε εμπορικές δραστηριότητες στο Cuzmir. Στάθηκε ο μόνος από τους 5 γιους του Γεωργίου Βάβουρα που εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία, [37] όπου ήρθε σε ηλικία 17 ετών. Παντρεύτηκε την Κατερίνα, κόρη του Γιαννάκη Πολιάδη από τη Βλάστη, με τον οποίο συνεταιρίσθηκε στο Cujmir.
Από την περιοχή της Σιάτιστας καταγόταν ο Θανάσης Ι. Αποστόλου, ο οποίος δημιούργησε επιχειρήσεις στο Cujmir και αργότερα στο Τούρνου Σεβερίν και το 1909 προχώρησε σε εγγραφή στα μητρώα της επιχείρησής του, που ασχολούνταν με δημητριακά, είδη χειροτεχνίας και ψιλικά, επί της οδού Fraternităţii, αριθμ. 20. Η σύζυγός του, Αφροδίτη Αποστόλου, θα ανοίξει τον Οκτώβριο του 1944 κατάστημα νεωτερισμών, βαμβακιού και ψιλικών στην οδό Kogălniceanu, αριθμ. 10. Επίσης από τη Σιάτιστα ήταν και η Δήμητρα Ζαβαλή, το κορίτσι που το ζευγάρι υιοθέτησε και μεγάλωσε στο Τούρνου Σεβερίν.
Από το Αϊδηνοχώρι κατάγονταν οι αδελφοί Αργύριος και Τριαντάφυλλος Ευθυμίου, οι οποίοι αρχικά διατηρούσαν κατάστημα στο Oprişori και αργότερα στο Τούρνου Σεβερίν, όπου συνεταιρίσθηκαν με τον Δημήτριο Δημητρίου, τον κουνιάδο τους, [38] ή με τον Παναγιώτη Βλάχο.
Τα αδέλφια Ευάγγελος και Παναγιώτης Βλάχος είχαν καταγωγή από τις Κυνάμες. Αποταμίευσαν χρήματα, δουλεύοντας στην αρχή στα μαγαζιά άλλων Ελλήνων στο Drincea και εν συνεχεία άνοιξαν δικές τους επιχειρήσεις με μεταξωτά, νεωτερισμούς και βαμβάκι στο Τούρνου Σεβερίν.
Τέλος, από το Ροδοχώρι (Radovist) προέρχονταν η οικογένεια Δαραβίγκα. Η Ευγενία Δαραβίγκα, που γεννήθηκε το 1875, είχε νυμφευθεί τον Κωνσταντίνο Βασιλείου, που εγκαταστάθηκε στο Pătule. Ο πρωτότοκος γιος τους, Δημήτριος, που γεννήθηκε το 1897 επίσης στο Ροδοχώρι, θα αναδειχθεί σε έναν από τους κορυφαίους εμπόρους του Σεβερίν και θα γίνει αργότερα γαμπρός του Ηπειρώτη Γ. Πανταζόπουλου, προέδρου της ελληνικής παροικίας της πόλης.
1.3.3. Οι δεσμοί των Ελλήνων με τους τόπους καταγωγής τους
Οι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στο Τούρνου Σεβερίν μπορεί να άφησαν πίσω τους τα πατρογονικά εδάφη, δεν ξέχασαν όμως τους τόπους καταγωγής τους. Μεγάλο μέρος της περιουσίας τους το έθεσαν στη διάθεση των χωριών τους, όπου οικοδόμησαν και συντήρησαν σχολεία και εκκλησίες, κατασκεύασαν δρόμους, γέφυρες και πηγάδια. Στο Πάπιγκο, για παράδειγμα, η οικογένεια Φουρτούνα αναστήλωσε από τα θεμέλια, το 1852, την εκκλησία του Αγίου Βλασίου, δαπανώντας για τον σκοπό αυτό 20.000 γρόσια. Η ίδια εκκλησία δέχεται οικονομική υποστήριξη το 1885 από τον Νικόλαο Ντάσκα, τον ιδιοκτήτη της Αίθουσας «Απόλλων» του Σεβερίν, που καταβάλλει ένα σημαντικό ποσό. Κάθε καλοκαίρι, η Επιτροπή της εκκλησίας διοργανώνει τελετή μνημοσύνου αυτού του τέκνου του χωριού που εγκαταστάθηκε στο Σεβερίν, εκπληρώνοντας την επιθυμία της συζύγου του, η οποία, αφού κληρονόμησε την περιουσία του, την άφησε με διαθήκη στην ίδια εκκλησία. Ο πύργος του καμπαναριού της εκκλησίας του Αγίου Βλασίου κατασκευάσθηκε και αυτός από τους παπιγκιώτες που διαβιούσαν στο Τούρνου Σεβερίν. Ανεγέρθηκε με δαπάνη τους, το 1887, όπως αναγράφεται σήμερα στην αναθηματική εντοιχισμένη πλάκα και κόστισε τότε 100 χρυσά φράγκα. Κάποια από τα αντικείμενα που δωρήθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Βλασίου και σε άλλες εκκλησίες του Πάπιγκου θυμίζουν μέχρι σήμερα τα τέκνα του χωριού που κατευθύνθηκαν στη Ρουμανία. Ο Μίχου Πολυχρονίου έστελνε χρήματα στο Παρθεναγωγείο, συντηρούσε άπορες οικογένειες και προσέφερε προίκα στις φτωχές κοπέλες του χωριού που παντρεύονταν. Με τη διαθήκη του, κατέλιπε το Ξενοδοχείο «Grand» στην ιδιοκτησία του ανιψιού του, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποστέλλονταν ετησίως 1.200 λέι σε χρυσό από τα εισοδήματα αυτού του κτιρίου στο σχολείο που είχε ιδρύσει στο χωριό του, ποσό που θα κάλυπτε τον μισθό του καθηγητή που θα προσλαβάνονταν. Το σχολείο χτίστηκε με δική του δαπάνη και κόστισε 500 χρυσά φράγκα. Το κτίσμα ήταν έτοιμο το 1897, όπως μαρτυρεί η μαρμάρινη πλάκα, που ακόμα στέκει στον τοίχο του σχολείου του Πάπιγκου που φέρει το όνομά του. Το Παρθεναγωγείο ελάμβανε, με πρωτοβουλία του Μίχου Αναστασίου, μία ετήσια δωρεά από τους παπιγκιώτες που εγκαταστάθηκαν στο Σεβερίν. Στις λίστες των δωρητών συγκαταλέγονται επίσης ο Ιωάννης Πανταζόπουλος, ο Απόστολος Δ. Πανταζόπουλος, ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, ο Χριστόδουλος Δημητρίου, ο Βασίλης Γκέκης, ο Κωστής (Κώστεας) Παναγιωτέσκου, ο Χρήστος Αποστόλου, ο Κωνσταντινίδης, ο Μιλανόπουλος, ο Ιωαννόπουλος, ο Κατσανικόπουλος, ο Νικολάου κ.ά. Το γεγονός ότι οι Έλληνες δεν ξέχασαν τους τόπους καταγωγής τους πιστοποιείται και από τις σημειώσεις που κρατούσαν. Στο τετράδιο ποιημάτων του ιατρού Γκικουλέσκου διαβάζουμε: «Αλησμονώ και χαίρομαι/ θυμούμαι και λυπούμαι/ θυμήθηκα την ξενιτιά / και θέλω να πηγαίνω / Σήκω μάνα και ζύμωσε / Καθάριο παξιμάδι / Βάζε το δάκρυ σου νερό / το σιάλι σου προζύμι».
1.3.4. Οι σχέσεις των Ελλήνων με τον ρουμανικό πληθυσμό και με τις άλλες κοινότητες
Οι Έλληνες του Σεβερίν όμως αγωνίσθηκαν να προσφέρουν όχι μόνο στις περιοχές από όπου έφυγαν, αλλά και στην καινούργια τους πατρίδα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στον εκσυγχρονισμό και την άνθηση της νεοϊδρυθείσας πόλης του Δούναβη. Η παρουσία τους σε αυτή την περιοχή αποτέλεσε έναν θετικό παράγοντα, ένα στοιχείο σταθερότητας και οικονομικής εδραίωσης. Οι αγαστές σχέσεις που διατηρούσαν με τον ρουμανικό πληθυσμό αλλά και τις υπόλοιπες κοινότητες της πόλης, ενισχύθηκαν από τις φιλανθρωπικές τους δραστηριότητες. Οι Έλληνες συμμετείχαν οικονομικά στην ίδρυση των πρώτων σχολείων της πόλης.[39] Άλλωστε, κάποια από τα πρώτα σχολεία που ιδρύθηκαν στο Σεβερίν, φιλοξενήθηκαν σε σπίτια των Ελλήνων. Το 1901, η ελληνική κοινότητα ίδρυσε ένα ελληνο-ρουμανικό σχολείο (βλέπε δελτίο 2).
Υπάρχουν επίσης Έλληνες που δωρίζουν στην πόλη κτίρια, για να διευκολύνουν τη λειτουργία νοσοκομείων και νοσηλευτηρίων. Έτσι, ο Μίχου Πολυχρονίου παραχώρησε το 1888 το σπίτι του επί της οδού Craiovei, στην πόλη του Τούρνου Σεβερίν, προκειμένου να λειτουργήσει εκεί ένα νοσοκομείο που προορίζονταν για τη νοσηλεία άπορων ασθενών (βλέπε δελτίο 3). Ο Απόστολος Γκικουλέσκου, έμπορος και αυτός, δώρισε το 1904 ένα κτίριο στο Vârciorova, για την εγκατάσταση ενός νοσηλευτηρίου [40] όπως και το κτίριο που διέθετε στο Τούρνου Σεβερίν, όπου λειτούργησε η Σχολή Εμπορίου.
Παρά τις δυσκολίες της ξενιτιάς, οι Έλληνες, όπως και οι άλλες εθνότητες, έζησαν με ευημερία στο Τούρνου Σεβερίν. Η σύζυγος του Μίχου Αναστασίου μπορεί να ήταν αυστριακής καταγωγής από το Krems, όμως δεν θεωρούσε «σπίτι» της το Krems αλλά το Σεβερίν. Παρόλο που ταξίδευε συχνά με τον σύζυγό της στο Παρίσι, στο Μόντε Κάρλο, στη Βιέννη, στην Τριέστη, στη Βενετία, στο Μιλάνο, στην Πέστα, ανυπομονούσε να γυρίσει στο Σεβερίν -«στη μικρή Νύσσα»- και σημειώνει στο ημερολόγιό της: «Παντού είναι καλά, αλλά στο σπίτι είναι το καλύτερο». Είναι αλήθεια ότι τις περισσότερες φορές οι Έλληνες προτιμούσαν να τελούν γάμους μεταξύ τους συντηρώντας την ενότητα της κοινότητας, αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να συνάπτουν σχέσεις και με αλλοδαπούς που κατοικούσαν στο Σεβερίν, είτε Ρουμάνους είτε μέλη άλλων κοινοτήτων. Οι φίλοι της οικογένειας Αναστασίου, που αναφέρονται στο Ημερολόγιο της Κωστάντζας Filipek [Φιλιπέκ] και μαζί τους ταξίδευαν συχνά, ονομάζονταν Bălcescu, Hergot, Escoufie… Οι Έλληνες, εξάλλου, έδιναν πάντοτε το παρών στη γιορτή που διοργάνωναν οι Γερμανοί. Οι απόγονοι της οικογένειας Πανταζόπουλου διηγούνταν ότι η γερμανική μπάντα περνούσε από την πόλη, προαναγγέλλοντας τη γιορτή και σταματούσε συxνά στην πόρτα του Γ. Πανταζόπουλου, καλώντας τους Έλληνες σε πικ-νικ στο δάσος της Crihala. Από την άποψη αυτή, το Σεβερίν λειτούργησε ως χώρος ανεκτικότητας, στον οποίο διαμορφώθηκε σταδιακά, λειτούργησε και τελειοποιήθηκε ένα σύστημα σχέσεων που βασιζόταν στους νόμους της ανθρωπιάς, ένας πραγματικός κώδικας των ευγενών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και των κοινοτήτων
Υποσημειώσεις
[2] V. Boroneanţ, M. Davidescu, Două bordeie dacice la Schela Cladovei Turnu Severin [Δύο δακικές καλύβες στο Schela Cladovei του Τούρνου Σεβερίν], στο περιοδικό Apullum, VII, Περιφερειακό Μουσείο Alba Iulia, 1968, σ. 255 και M. Davidescu, Drobeta în secolele I-VII e.n. [Η Ντρομπέτα κατά τη διάρκεια των αιώνων I-VII], περιοδικό Scrisul românesc, Κραïόβα, 1980, σ. 47.
[3] D. Tudor, Oltenia romană [Η ρωμαϊκή Οltenia], εκδόσεις της Ακαδημίας της Ρουμανίας, Βουκουρέστι, 1968, σσ. 122, 148-149. Βλέπε και M. Davidescu, Drobeta în secolele I-VII e.n. [Η Ντρομπέτα κατά τη διάρκεια των αιώνων I-VII], σσ. 135, 144-145, 231.
[4] Gh. I. Cantacuzino, Cetăţile dunărene şi dezvoltarea unor centre urbane din Ţara Românească[Τα παραδουνάβια κάστρα και η ανάπτυξη ορισμένων αστικών κέντρων της Βλαχίας], στο περιοδικό Historia urbana, τόμος IV, 1-2/1996, σ. 116.
[5] M. Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române [Ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρουμανίας], τόμος Α΄, εκδόσεις του Βιβλικού και Αποστολικού Ινστιτούτου της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Βουκουρέστι, 1981, σ. 407.
[7] Το 1867 ο Gheorghe Bărdaca παραβίαζε αυτούς τους κανόνες, υψώνοντας φράχτες από πασσάλους τυλιγμένους με ψάθα. Το Συμβούλιο της πόλης παρενέβαινε, όταν οι διατάξεις του παραβιάζονται. Το ίδιο έτος, αναστέλλεται η κατασκευή ενός αγωγού στην πόλη, διότι ο τοίχος του εργολάβου Gh. Lupu, κατασκευασμένος από τούβλα που δεν είχαν ψηθεί καλά, δεν είχε την απαιτούμενη αντοχή. N. Chipurici, Tudor Răţoi, αυτόθι, τόμος Α΄, έγγρ. 169, 204, σσ. 269, 300.
[8] N. Chipurici, Tudor Răţoi, αυτόθι, τόμος Α΄, έγγρ. 215, 309, 312, σσ. 314, 421, 424.
[9] Το 1859 ο μηχανικός Eduard Al. Popovici απηύθυνε επιστολή προς τα μέλη του Δικαστικού Σώματος αναφορικά με τη λιθόστρωση της πλατείας του Κόκκινου Πανδοχείου. Βλέπε N. Chipurici, Tudor Răţoi, αυτόθι, τόμος Α΄, έγγρ. 101, σ. 199. Βλέπε και έγγρ. 200, 224, σσ. 298, 327.
[10] N. Chipurici, Tudor Răţoi, αυτόθι, τόμος Α΄, εγγρ. 319, σ. 430.
[11] Μία διαταγή του Υπουργείου Δημοσίων Σχέσεων απαγόρευε την επέκταση της πόλης και την ανέγερση οικοδομημάτων πάνω από τα αρχαία και μεσαιωνικά αρχαιολογικά ευρήματα. N. Chipurici, Tudor Răţoi, αυτόθι, τόμος Α΄, έγγρ. 166, 187, σσ. 261, 287, βλέπε και T. Răţoi, Oraşul modern Severin şi antichitatea Drobetană [Η σύγχρονη πόλη Σεβερίν και τα αρχαία χρόνια της Ντρομπέτα], στο περιοδικό Amfitrion, αριθμ. 1-2/2006, Τούρνου Σεβερίν, 2006, σσ. 54-59.
[12] Μια αναφορά της Επιτροπής της νέας πόλης, στις 30 Απριλίου του 1844, που απευθυνόταν στη Διοίκηση του νομού Μεχεντίντσι, ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης ενός καινούργιου πανδοχείου, ονόματι Δημήτριος Αποστόλου, μεταφέροντας ένα ξύλινο κιόσκι από τη γραμμή, κατά τη διάρκεια της ανέγερσής του, κατέστρεψε την εικόνα του δρόμου. Nicolae Chipurici, Mite Măneanu, Catalog de documente privitoare la istoria municipiului Drobeta - Turnu Severin [Κατάλογος εγγράφων σχετικά με την ιστορία του δήμου Ντρομπέτα - Τούρνου Σεβερίν], μέρος Β΄ (1560-1900), Τούρνου Σεβερίν, 1972, έγγρ. 87, σ. 52.
[13] N. Chipurici, Tudor Răţoi, αυτόθι, τόμος Α΄, έγγρ. 167, σ. 267.
[14] N. Chipurici, Tudor Răţoi, αυτόθι, τόμος Α΄ , έγγρ. 95, σ. 194.
[15] N. Chipurici, Tudor Răţoi, αυτόθι, τόμος Α΄, έγγρ. 227, σ. 328.
[17] Σύμφωνα με τους C. Pajură, D.T. Giurescu, αυτόθι., σ. 87.
[18] N. Chipurici, Tudor Răţoi, Documente ale municipalităţii Severinene [Έγγραφα του δήμου Σεβερίν), τόμος Α΄ (1833-1874), έγγρ. 78, σσ. 170-171. Αυτός εμφανίζεται και το 1854 με μία εισφορά 4.728 λέι και 90 λεπτών, ποερχόμενη από φόρους (έγγρ. 79, σ. 174).
[19] Στην ίδια δημόσια συνεδρίαση, ο Κωστής Παπαδόπουλος κερδίζει, με προσφορά 300 λέι, τη δημοπρασία για τα εισοδήματα από το ζύγισμα διαφόρων προϊόντων, ενώ ο Σ. Αποστόλου, με 43 λέι, τη δημοπρασία για την καταγραφή των αμαξών. Εθνικά Αρχεία, Διεύθυνση του Νομού Μεχεντίντσι, Δημαρχείο του Τούρνου Σεβερίν (φάκ. 1/1865, φύλλο 1).
[20] N. Chipurici, M. Măneanu, ό.π., μέρος Β΄ (1560-1900), έγγρ. 112, σσ. 56, 114, σ. 57.
[21] N. Chipurici, T. Răţoi, Documente ale municipalităţii Severinene[Έγγραφα του δήμου Σεβερίν), τόμος Α΄, έγγρ. 137, σ. 236, έγγρ. 138, σ. 237, έγγρ. 140, σσ. 238-239, έγγρ. 151, σσ. 244-245, έγγρ. 153, σσ. 247-248.
[22] C. Papacostea-Pajură, D.T. Giurescu, αυτόθι, σ. 159.
[23] N. Chipurici, M. Măneanu, Catalog de documente privitoare la istoria municipiului Drobeta–Turnu Severin [Κατάλογος εγγράφων σχετικά με την ιστορία της πόλης στο Ντρομπέτα - Τούρνου Σεβερίν], μέρος Β΄ (1560-1900), Τούρνου Σεβερίν, 1972, έγγρ. 117, σ. 57.
[24] Με αυτήν την ιδιότητα υπογράφει περισσότερα έγγραφα. Η υπογραφή του εμφανίζεται και στα σχέδια του προϋπολογισμού εισφορών και δαπανών της πόλης Σεβερίν (1860). Το 1860, με την ευκαιρία του εορτασμού των γενεθλίων του ηγεμόνα, τον συναντούμε μεταξύ των προμηθευτών των προϊόντων που παραγγέλθηκαν από το Δημοτικό Συμβούλιο. Βλέπε N. Chipurici, T. Răţoi, Documente ale municipalităţii Severinene [Έγγραφα του δήμου Σεβερίν], τόμος Α΄, έγγρ. 90/ σσ. 190- 191, έγγρ. 92, 93/ σσ. 191-193, έγγρ. 96/ σ. 195, έγγρ. 129/ σσ. 222-223, 132, σ. 225, έγγρ. 154/ σ. 248.
[25] Από το 1860, υπογράφει τα έγγραφα του Δημαρχείου της πόλης με τη συγκεκριμένη ιδιότητα. Nicolae Chipurici, Tudor Răţoi, Documente ale municipalităţii Severinene [Έγγραφα του δήμου Σεβερίν], τόμος Α΄ (1833-1874), έγγρ. 127, σσ. 220-221, έγγρ. 136, σσ. 231-236.
[26] Κρατικά Αρχεία, Διεύθυνση του Νομού Μεχεντίντσι, Δήμος Τούρνου Σεβερίν, φάκελος 1/1865, φύλλα 5, 13, 16v, 20, 21v, 22, 31, 36, 41, 41v, 43, 49v, 50v, 51, 51v, 54v, 55, 57, 57v, 58v, 59v, 60v, 61v.
[27] Βλέπε N. Chipurici, T. Răţoi, Documente ale municipalităţii Severinene [Έγγραφα του δήμου Σεβερίν], τόμος Α΄, βλέπε σ. 14 και έγγρ. 33, σσ. 108-109.
[28] Olga Cicanci, Companiile greceşti din Transilvania şi comerţul european în anii 1636-1746 [Οι ελληνικές κομπανίες της Τρανσυλβανίας και το ευρωπαϊκό εμπόριο στα χρόνια 1636-1746], εκδόσεις της Ακαδημίας της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ρουμανίας, Βουκουρέστι, 1981, σσ. 145-151.
[30] C.D. Severeanu, αυτόθι, τόμος Α΄, τυπογραφείο Bucovina, Βουκουρέστι, 1929, σ. 34.
[31] Π.Γ. Παρασκευόπουλος, Η μεγάλη Ελλάς, ανά την Ρωσσίαν, Ρουμανίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Μαυροβούνιον, Τουρκίαν, Κρήτην, Κύπρον, Αίγυπτον και Παλαιστίνην, τυπογραφείο Κορίννης, Αθήνα, 1898, σσ. 189-190.
[32] Τα αποτελέσματα των απογραφών αυτών τέθηκαν στη διάθεσή μας από τον κύριο Ιωάννη Παπαïωάννου από την Ελλάδα, τον οποίο και ευχαριστώ με την ευκαιρία αυτή.
[33] C.D. Severeanu, αυτόθι, σ. 35.
[35] Κρατικά Αρχεία, Διεύθυνση του Νομού Μεχεντίντσι, Δικαστήρια Μεχεντίντσι, φάκ. 37/1884.
[36] Κρατικά Αρχεία, Διεύθυνση του Νομού Μεχεντίντσι, Δικαστήρια Μεχεντίντσι, φάκ. 40/1895, 21/1901, 21/1903.
[37] Και οι μεγαλύτεροι αδελφοί του, Δημήτριος και Ιωάννης, εργάστηκαν για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στη Ρουμανία ως καφεπώλες στην Κωστάντζα, αλλά επέστρεψαν στην Ελλάδα πριν το 1904.
[38] Επετηρίδα της Σχολής Εμπορίου 1923, 1924, 1925.
[39] Το όνομα του Π. Φουρτούνα εμφανίζεται σε έναν κατάλογο εράνου, συνοδευόμενο με μία από τις μεγαλύτερες δωρεές για την ανέγερση ενός Δημοτικού Σχολείου. Κρατικά Αρχεία, Διεύθυνση του Νομού Μεχεντίντσι, Δήμος Σεβερίν, φάκ. 3/1845-1857.
[40] I. Jianu, T. Netta, Monografia sanitară a Turnu Severinului şi Mehedinţiului, 1833-1933[Η υγειονομική μονογραφία του Τούρνου Σεβερίν και του Μεχεντίντσι, 1833-1933], εκδόσεις Cartea românească, Βουκουρέστι, 1933.
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ ΚΑΙ ΠΙΝΑΚΩΝ
ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ
Εικόνα Εξωφύλλου: Καθηγητέςκαιμαθητέςτουρουμανο-ελληνικούσχολείου, φωτογραφία εποχής, πηγή: Συλλογή της Ελληνικής Κοινότητας Τούρνου Σεβερίν.
Εικόνα 1: Στοιχείαγια την Ελληνική Κοινότητα του Τούρνου Σεβερίν
- Τοπογραφικό διάγραμμα 1993, πηγή: V . Dragomir, Grigore Toma.
- P. Bulgaru, Ghe. Ciobanu, România. Atlas turistic şi rutier [Ρουμανία. Τουριστικός και οδικός Άτλας], Βουκουρέστι, Flomarco, 1993, σσ. 123-124, επεξεργασία του διαγράμματος της πόλης του 1993, επεξεργασία: A. - F. Bălteanu.
Εικόνα 2: Παλαιοίχάρτες, στους οποίους διακρίνεται η θέση τηςπόληςΤούρνουΣεβερίνκαιτηςπεριοχήςΜεχεντίντσι
- Τμήμα από τον χάρτη του Δανιήλ Φιλιππίδη (αρχές του 19ου αιώνα), όπου αναφέρεται η «Πεδιάδα του Σεβερίν» (επεξεργασία), πηγή: Δημήτριος Δανιήλ Φιλιππίδης, Ιστορία της Ρουμανίας, μετάφραση Olga Cicanci, εκδόσεις Pegasus Press, Βουκουρέστι, 2004.
- Τμήμα από τον χάρτη του Ρήγα Βελεστινλή, όπου αναγράφονται το Σεβερίν και η περιοχή «Μεχεδίντζι» [Μεχεντίντσι] (επεξεργασία), πηγή: αναπαραγωγή των χαρτών του Ρήγα, Αθήνα, 2005.
Εικόνα 3: Το προσχέδιο του διαγράμματοςίδρυσηςτηςπόληςκαιμία φωτογραφία της του 1867
- Σκίτσο διαγράμματος ίδρυσης της πόλης, πηγή: Gh. I. Cantacuzino, ΤακάστρατουΔούναβηκαιηανάπτυξηκάποιωναστικώνκέντρωντηςΒλαχίας, Historia urbana, τόμος Δ΄, 1-2/1996.
- Καρτ ποστάλ του 1867, πηγή: C. Papacostea-Pajură, D.T. Giurescu, ΙστορίατηςπόληςΤούρνουΣεβερίν (1833-1933), Βουκουρέστι, 1933.
Εικόνα 4: ΤοΣεβερίνστομολδο-βλαχικόλεύκωματου Bouquet (1848), πηγή: A. Cornea, Απότον πορτολάνο στην τουριστική καρτ-ποστάλ, Βουκουρέστι, 1977.
Εικόνα 5: Αρχιτεκτονικά μνημεία που σχετίζονται με την παρουσία των Ελλήνων στη ζωή του Σεβερίν (οι αριθμοί αντιστοιχούν στα αρχειοθετημένα κτίρια)
Τοπογραφικό διάγραμμα 1993, πηγή: V. Dragomir, αυτόθι, επεξεργασία: A. - F. Bălteanu.
- Η γέφυρατουΑπολλόδωρου (αναπαράσταση), πηγή: Λεύκωμα μονογραφία, εκδόσεις MJM, Κραϊόβα, 2006.
- ΤοΚόκκινοΧάνι, πηγή: φωτογραφία P. Scalcău.
- Το ξενοδοχείοΦουρτούνα(βεράντα), πηγή: Κρατικά Αρχεία, Διεύθυνση Νομού Μεχεντίντσι.
Δελτίο 1. Η γέφυρα πάνω από τον Δούναβη, έργο του Απολλόδωρου από τη Δαμασκό
Εικόνα 6: Η θέση του υποστυλώματος της γέφυρας στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir, αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 7: Όψη, αναπαράσταση στην Κολόνα του Τραϊανού, πηγή: Al. Mitru, Cântecul Columnei [Το τραγούδι της κολόνας], εκδόσεις Ion Creangă, Βουκουρέστι, 1981.
Εικόνα 8: Ηάποψητηςγέφυρας (αναπαράσταση), πηγή: Λεύκωμα μονογραφία, εκδόσεις MJM, Κραϊόβα, 2006.
Εικόνα 9: ΟΔούναβηςστοΤούρνουΣεβερίν.Η βάση του υποστυλώματος από τη γέφυρα που κατασκεύασε ο Απολλόδωρος από τη Δαμασκό, φωτογραφία: Paula Scalcău, 2005.
Εικόνα 10: Η βάση του υποστυλώματος της γέφυραςτου Απολλόδωρου από τη Δαμασκό, πηγή: Συλλογή της Ελληνικής Κοινότητας Τούρνου Σεβερίν.
Δελτίο 2. Οι οικίες Ρασόλου (Rasol), το ελληνο-ρουμανικό σχολείο
Εικόνα 11: Η θέση του κτιρίου στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir, αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 12: Καθηγητέςκαιμαθητέςτουελληνο-ρουμανικούσχολείου.Φωτογραφία εποχής, πηγή: Συλλογή της Ελληνικής Κοινότητας Τούρνου Σεβερίν.
Δελτίο 3. Η οικία Απόστολου Γκικουλέσκου (Apostol Ghiculescu), έδρα του Εμπορικού Σχολείου
Εικόνα 13: Η θέση του οικοπέδου όπου βρισκόταν το κτίριο, στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 14: Εντοπισμός τουοικοπέδουόπουβρίσκεται το κτίριο, στοσκίτσοδιαγράμματοςτηςίδρυσηςτηςπόλης, πηγή: Gh. I. Cantacuzino, αυτόθι.
Δελτίο 4. Η οικία Πολυχρονίου (Polihroniu), Νοσοκομείο της πόλης Τούρνου Σεβερίν
Εικόνα 15: Η θέση του κτιρίου στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 16: Η οικία ΠολυχρονίουτουΤούρνου Σεβερίν (1899), πηγή: Συλλογή του Τομέα Ιστορίας του Μουσείου της Περιφέρειας Σιδηρών Πυλών.
Εικόνα 17: ΟιτοίχοιτηςοικίαςΠολυχρονίου, φωτογραφία: P. Scalcău.
Εικόνα 18: ΤοΠανεπιστημιακόΚολέγιοτουΤούρνουΣεβερίν (2005), επί του οικοπέδου τηςπρώηνοικίαςΠολυχρονίου, φωτογραφία: P. Scalcău, 2005.
Εικόνα 19: Η πλάκαστον τοίχοτουκολεγίουυπενθυμίζειτηδωρεάτουΜιχαήλ (Μίχου) Πολυχρονίου, φωτογραφία: P. Scalcău, 2005.
Δελτίο 5. Το Κόκκινο Χάνι
Εικόνα 20: Η θέση του κτιρίου στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 21: Εντοπισμός τουοικοπέδουόπουβρίσκεται τοκτίριο,στοσκίτσοδιαγράμματοςτηςίδρυσηςτηςπόλης, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 22: Το Κόκκινο Χάνι σήμερα, φωτογραφία: P. Scalcău.
Δελτίο 6. Το Ξενοδοχείο «Φουρτούνα»
Εικόνα 23: Το σκίτσοτηςβεράνταςτουΞενοδοχείου«Φουρτούνα» (αρχιτέκτονας Manolescu), πηγή: Κρατικά Αρχεία, Συλλογή Δήμου Τούρνου Σεβερίν, φάκελος σχετικός με το θέμα της βεράντας του Grand Hotel 1874-1879, αριθμ. 4/1874.
Δελτίο 7. Το Ξενοδοχείο «Ευρώπη»
Εικόνα 24: Η θέση του κτιρίου στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 25: Εντοπισμός τουοικοπέδουόπουβρισκόταν τοκτίριο,στοσκίτσοδιαγράμματοςτηςίδρυσηςτηςπόλης, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 26: Το Ξενοδοχείο «Ευρώπη», πηγή: Συλλογή του Τομέα Ιστορίας του Μουσείου της Περιφέρειας Σιδηρών Πυλών.
Δελτίο 8. Το Ξενοδοχείο Πανταζόπουλου (Pantazopol)
Εικόνα 27: Η θέση του κτιρίου στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 28: Εντοπισμός τουοικοπέδουόπουβρισκόταν τοκτίριο,στοσκίτσοδιαγράμματοςτηςίδρυσηςτηςπόλης, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 29: Το Ξενοδοχείο «Πανταζόπουλου», πηγή: Συλλογή Elena Popovici (Βουκουρέστι).
Εικόνα 30: Το Ξενοδοχείο «Πανταζόπουλου», πηγή: Συλλογή της Ελληνικής Κοινότητας Τούρνου Σεβερίν.
Δελτίο 9. Το Ξενοδοχείο «Αδελφοί Πολυχρονίου»
Εικόνα 31: Η θέση του κτιρίου στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 32: Εντοπισμός τουοικοπέδουτου κτιρίου στοσκίτσοδιαγράμματοςτηςίδρυσηςτηςπόλης, πηγή: Gh. I. Cantacuzino, αυτόθι.
Εικόνα 33: Το Ξενοδοχείο«ΑδελφοίΠολυχρονίου», πηγή: Συλλογή του Τομέα Ιστορίας του Μουσείου της Περιφέρειας Σιδηρών Πυλών, Ντρομπέτα – Τούρνου Σεβερίν.
Δελτίο 10. Η οικία Αποστόλου (Apostol)
Εικόνα 34: Η θέση του κτιρίου στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 35: Η οικία Αποστόλου, φωτογραφία: P. Scalcău, 1996.
Εικόνα 36: Λεπτομέρεια. Τομονόγραμματου ιδιοκτήτη, πηγή: V. Dragomir, αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Δελτίο 11. Οι οικίες Τριανταφύλλου (Triandafil)
Εικόνα 37: Η θέση του κτιρίου στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 38: Οι οικίεςτης οικογένειας Τριανταφύλλου, φωτογραφία: P. Scalcău, 1995.
Εικόνα 39: Λεπτομέρεια. Το μονόγραμματου ιδιοκτήτη, φωτογραφία: P. Scalcău, 1995.
Εικόνα 40: Λεπτομέρεια υπέρθυρου, φωτογραφία: P. Scalcău, 1995.
Δελτίο 12. Η οικία Δέλλα (Dellas)
Εικόνα 41: Η θέση του κτιρίου στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 42: Εντοπισμός τουοικοπέδουόπουβρίσκεται τοκτίριοστοσκίτσοδιαγράμματοςτηςίδρυσηςτηςπόλης, πηγή: Gh. I. Cantacuzino, αυτόθι.
Εικόνα 43: Η οικία Δέλλα, φωτογραφία: P. Scalcău, 1996.
Εικόνα 44: Λεπτομέρεια υποστυλωμάτων του εξώστη, φωτογραφία: P. Scalcău, 1996, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Δελτίο 13. Η οικία του ιατρού Γ. Γκικουλέσκου (Gh. Ghiculescu)
Εικόνα 45: Η θέση του κτιρίου στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 46: Εντοπισμός τουοικοπέδουόπουβρίσκεται τοκτίριο,στοσκίτσοδιαγράμματοςτηςίδρυσηςτηςπόλης, πηγή: Gh. I. Cantacuzino, αυτόθι.
Εικόνα 47: Η οικίατου ιατρούΓ. Γκικουλέσκου, φωτογραφία: P. Scalcău, 2006.
Δελτίο 14. Η οικία Αναστάσιου Μίχου Αναστασίου (Anastasie Mihu Anastasiu)
Εικόνα 48: Η θέση του κτιρίου στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir,αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 49: Η οικίαΑναστασίου Μίχου Αναστασίου, φωτογραφία: P. Scalcău, 2005.
Εικόνα 50: Η πύλη της οικίαςΑναστασίου Μίχου Αναστασίου. Διακρίνονται ακόμη τα αρχικά Α.Μ.Α., φωτογραφία: P. Scalcău, 2005.
Δελτίο 15. Η προτομή του Απολλόδωρου από τη Δαμασκό
Εικόνα 51: Η θέση της προτομής στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1993, πηγή: V. Dragomir, αυτόθι, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.
Εικόνα 52: Η προτομή τουΑπολλόδωρου απότηΔαμασκόστηναυλήτουΜουσείουτης Περιφέρειας ΣιδηρώνΠυλών του Τούρνου Σεβερίν, φωτογραφία: P. Scalcău, 2006.
Εικόνα 53: Η προτομή τουΑπολλόδωρου απότηΔαμασκό, φωτογραφία: P. Scalcău, 2006, επεξεργασία: Adrian - Florin Bălteanu.


