Το πλαίσιο
Ανάδειξη και προβολή του πολιτισμικού μνημειακού αποθέματος του Μείζονος Ελληνισμού
Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία
Ελένη Γ. Γαβρά, Δρ αρχιτέκτων Α.Π.Θ., Λέκτορας Οικιστικής και Πολιτιστικής Κληρονομιάς Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας
Η απελευθέρωση της ναυσιπλοΐας στο Δούναβη, στα 1856, σήμανε ιδιαίτερα για την περιοχή της Δοβρουτσάς και κυρίως για τις πόλεις – λιμάνια Βραΐλα, Κωστάντζα, Τούλτσεα, όπως και για τον παραδουνάβιο σταθμό του Γαλατσίου στη Μολδαβία της σημερινής Ρουμανίας, την αρχή της επαναδραστηριοποίησης του εμπορίου μέσω της Μαύρης Θάλασσας και την ακμή των αστικών αυτών συγκεντρώσεων, στις οποίες σημαίνουσα θέση επείχε ο Ελληνισμός. [1]
Οι διαδρομές του εμπορίου και του πολιτισμού, με αφετηρία τη μακρινή Ασία, μέσω των λιμανιών του νότιου Εύξεινου Πόντου –Τραπεζούντα, Αμισός, Σινώπη-, [2] οδηγούνταν διαπλέοντας την «άξενη» θάλασσα στην απόληξη του πλέον σημαντικού και περίφημου ποταμού της γηραιάς ηπείρου: στο Δέλτα του Δούναβη. Μέσω αυτού, επιτυγχάνονταν η διείσδυση στην ενδοχώρα [3] και η επικοινωνία με την λοιπή Ευρώπη. Στις ακμαίες αυτές αστικές συγκεντρώσεις, οι Έλληνες είχαν προεξάρχοντα ρόλο στις οικονομικές -επιχειρηματικές/ εμπορικές- και στις κοινωνικές δραστηριότητες. Στις ανωτέρω πόλεις της Δοβρουτσάς και της Μολδαβίας οι ίδιοι χρηματοδότησαν και κατασκεύασαν ναούς, σχολεία, ιδρύματα κοινής ωφέλειας, δημιούργησαν επιχειρήσεις –τυπογραφεία, βιομηχανίες, εργαστήρια, τράπεζες, ναυτιλιακές εταιρείες- έκτισαν κατοικίες με αξιόλογη ποιότητα, ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική και σημαίνουσα θέση στον αστικό ιστό.
Η επιχειρηματική αυτή και πολιτισμική παρουσία των Ελλήνων, που εντοπίζεται στα δυτικά παράλια του Ευξείνου Πόντου με επεκτάσεις προς την ενδοχώρα, θα μπορούσε να θεωρηθεί συνέχεια εκείνης που προϋπήρξε στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο περί την Μαύρη Θάλασσα νωρίτερα, πριν δηλαδή τους Ρωσοτουρκικούς Πολέμους, με ιδιαίτερα σημαντική την ακμή του θαλάσσιου εμπορίου στα νοτιότερα αστικά κέντρα: της Τραπεζούντας, της Σινώπης ή της Αμισού. Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι κατά την τελευταία αυτή περίοδο (19ος, αρχές 20ού αιώνα) στον ιστορικό Πόντο το διαμετακομιστικό εμπόριο μπορεί να εκτιμηθεί ως ιδιαιτέρως ισχυρός εξωγενής παράγοντας στη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής μορφολογίας, ειδικά για τον αστικό χώρο. Ο πλουραλισμός, μάλιστα, της αρχιτεκτονικής έκφρασης, ιδίως μετά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όχι όμως ως ο μακρινός απόηχος της βιομηχανικής επανάστασης από την Ευρώπη, σε συνδυασμό με τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής και τις τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις, δημιούργησε, ειδικότερα για τον αστικό χώρο του Πόντου, νέα μορφολογικά πρότυπα και κατευθύνσεις. Σύνθετες αρχιτεκτονικές επιδράσεις με στοιχεία από τον γαλλικό κλασικισμό, νεομπαρόκ εκφράσεις και νεοαναγεννησιακά μορφολογικά πρότυπα συνέτειναν στη δημιουργία ενός ισχυρού ρεύματος τοπικού εκλεκτικισμού, με έντονες τις νεοκλασικές και νεορομαντικές αποδόσεις. Ωστόσο, η εθνοφυλετική ποικιλία της ιστορικής εκείνης περιόδου, μέχρι και το πρώτο τέταρτο δηλαδή του 20ού αιώνα, δεν επιτρέπει τόσο εύκολα τη διάκριση μιας συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής ταυτότητας για την περιοχή του ιστορικού Πόντου. [4]
Σ’ αυτούς λοιπόν τους παράλιους εμπορικούς σταθμούς, όπου διέπρεψαν οι Έλληνες, στις παραδουνάβιες περιοχές της Δοβρουτσάς ή και της Μολδαβίας, εκεί όπου οι μεταφορές προτύπων από τη γειτονική Μικρά Ασία ή από τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους δημιουργούν τάσεις και επιρροές στην αρχιτεκτονική έκφραση, πρωτίστως φαίνεται να επιχωριάζει ο νεοκλασικισμός. Ωστόσο, νέα αρχιτεκτονικά μοτίβα και συνδυασμοί στην αρχιτεκτονική των αστικών κατοικιών διακρίνονται προς τα τέλη του 19ου αιώνα, με εμφανή τάση για ανανέωση του δογματικού μορφολογικού περιεχομένου του νεοκλασικισμού. Η συγκεκριμένη τάση εκδηλώνεται παράλληλα με την εμφάνιση στοιχείων που δείχνουν να προστρέχουν σε αυθεντικά πρότυπα του εκλεκτικισμού, των αναγεννησιακών και των μανιεριστικών μοτίβων. Η πλειονότητα, εξάλλου, των όψεων αυτών των κτισμάτων είναι εμφανώς επηρεασμένη από την αυστηρή γεωμετρία του παραδοσιακού κλασικισμού, με τη σταθερή διαίρεση της όψης σε τρία μέρη και την οργάνωση των ανοιγμάτων σε κατακόρυφους άξονες. Δείχνει δε να αποκλίνει -μάλλον ελάχιστα- προς εκλεκτικές αποδόσεις/ απεικονίσεις ορισμένων ρυθμολογικών στοιχείων.[5] Η απλούστερη τριμερής διάρθρωση, με την κεντρική είσοδο και τον εξώστη αντίστοιχα στον όροφο, αποτελεί, ιδίως για τα κτίσματα κατοικιών, ένα βασικό και επαναλαμβανόμενο πρότυπο που διατηρήθηκε στον ιστορικό αυτό χώρο της ευρύτερης ευξεινοποντικής λεκάνης έως την όψιμη φάση του κλασικισμού, στις αρχές του 20ού αιώνα.
Από την άλλη πλευρά, η χρονικά πρωθύστερη ελληνική παρουσία στην ηπειρωτική Τρανσυλβανία και η δραστηριοποίηση των Ελλήνων εμπόρων μέσω των κομπανιών στο χερσαίο εμπόριο της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης,[6] ως απόρροια της εκχώρησης σειράς προνομίων σ’ αυτούς από την Αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία στα 1777, μετά και την παραχώρηση της αυστριακής υπηκοότητας στους ίδιους (1742), καταδεικνύει την αδιάλειπτη συνέχεια και το γεωγραφικό εύρος της παρουσίας των Ελλήνων, εκτός άλλων και στο χώρο της σημερινής Ρουμανίας.[7] Στο Μπρασόβ και το Σιμπίου [8] οι μαρτυρίες της ελληνικής παρουσίας, όπως αυτές φθάνουν έως τις μέρες μας μέσα και από τα τεκμήρια του αρχιτεκτονικού αποθέματος, κυρίως εντοπίζονται σε κτίσματα ναών, σχολείων και ιδιωτικών κτισμάτων – κατοικιών ή εμπορικών εγκαταστάσεων- σε περίοπτες θέσεις κεντρικών τόπων των πόλεων, ως συνέχεια άλλων προγενέστερων, ευρισκόμενων αρχικά στην περιφέρεια των αστικών αυτών συγκεντρώσεων.[9] Είναι αξιοσημείωτο ότι στις πόλεις της Τρανσυλβανίας ή του Μπανάτ – Όρσοβα, Τιμισοάρα, Ντρομπέτα Τούρνου Σεβερίν, ο ελληνικός πληθυσμός αφομοιώνεται κοινωνικά προς τον τοπικό αντίστοιχο, σε μια προσπάθεια συσπείρωσης γύρω από τις εμπορικές εταιρείες – κομπανίες, γεγονός που «καταδεικνύεται» χαρακτηριστικά και μέσω της αρχιτεκτονικής έκφρασης. [10] Ίσως το γεγονός αυτής της αφομοίωσης, η οποία παρατηρείται και στην αρχιτεκτονική, οφείλει την ερμηνεία του στην εξασφάλιση βέλτιστων συνθηκών εμπορικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας από πλευράς των Ελλήνων. Εξάλλου, σ’ αυτή την κατηγορία πόλεων της Ρουμανίας, είναι γνωστό ότι διατηρήθηκε κτιριακό απόθεμα παλαιότερων περιόδων (του 14ου–16ου αιώνα στην Τρανσυλβανία, του 18ου αιώνα στο Μπανάτ). [11] Οι δύο συγκεκριμένες προδρομικές φάσεις αποτυπώθηκαν στον αστικό ιστό υπό τη μορφή οχυρωμένων οικιστικών συγκεντρώσεων/ συνοικιών, οι οποίες αναπτύχθηκαν με ιδιαίτερη πυκνότητα και ομοιογένεια στο πλαίσιο συγκεκριμένων ορίων (αυτών που καθορίστηκαν από τις παλιές αμυντικές ζώνες ή τους οχυρωματικούς περιβόλους και τα τείχη).[12]
Σήμερα, σε μια προσπάθεια να «αναγνώσουμε» τον αστικό αυτό χώρο αναφοράς μας, διακρίνουμε ποικιλία μορφών και εκφάνσεων, μέσω των οποίων οι Έλληνες εμπορευόμενοι και μαικήνες εκφράστηκαν. Προσαρμοσμένοι στην τοπική κοινωνία, πρωτοπόροι στην αποδοχή και την έκφραση των νέων τάσεων στην αρχιτεκτονική και την τέχνη, δεν φαίνεται να διαφοροποίησαν το δικό τους status, υποδηλώνοντας καταγωγή (καταβολές). Εξάλλου, ο νεοκλασικισμός και ο ακαδημαϊσμός συνιστούν ρεύματα που εκείνη την εποχή μεσουρανούσαν στην Ευρώπη, αντλώντας αρχή και συνέπειες από τα ελληνικά πρότυπα.[15]
To έργο «Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία. Ανάδειξη και προβολή του πολιτισμικού μνημειακού αποθέματος του Μείζονος Ελληνισμού» [16] αποτελεί το πρώτο παραδοτέο του ομώνυμου ερευνητικού προγράμματος, το οποίο εκπονείται στο πλαίσιο διακρατικής επιστημονικής συνεργασίας με τη Ρουμανία, με πρωτοβουλία της ελληνικής πλευράς, η οποία έχει τον συντονισμό. Την οικονομική υποστήριξη του ερευνητικού αυτού εγχειρήματος, ως προς την έρευνα, ανέλαβε το Υπουργείο Μακεδονίας - Θράκης και ως προς την υλοποίηση των παραδοτέων, σειρά χορηγών φορέων.[17] Το πρώτο στάδιο του προγράμματος, το οποίο έχει ήδη ολοκληρωθεί, είναι εστιασμένο στη γεωγραφική περιοχή της σημερινής Ρουμανίας και αφορά την επιτόπια έρευνα πεδίου (αρχειακή, βιβλιογραφική, φωτογραφική, σχεδιαστική), την καταγραφή και τη συστηματοποίηση του υλικού καθώς και την εξαγωγή επιμέρους συμπερασμάτων. Το ερευνητικό αυτό υλικό, συστηματοποιημένο, αποτελεί το περιεχόμενο αναλυτικού λευκώματος, στο οποίο αποτυπώνεται το μνημειακό οικιστικό απόθεμα ελληνικού ενδιαφέροντος και αναφοράς στη Ρουμανία, σε οκτώ αντιπροσωπευτικές πόλεις: Βουκουρέστι, Βραΐλα, Γαλάτσι, Κωστάντζα, Μπρασόβ, Σιμπίου, Τούλτσεα και Τούρνου Σεβερίν. Συνολικά έχουν καταγραφεί, αποτυπωθεί και παρουσιάζονται αρχιτεκτονικά και ιστορικά τεκμηριωμένα 189[18] κτίρια και αρχιτεκτονικά συγκροτήματα, τα οποία σχετίζονται με την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα των Ελλήνων στις πόλεις αναφοράς. Ο οπτικός αυτός δίσκος, εμπεριέχει το συναφές υλικό, σε περισσότερο συνεπτυγμένη μορφή από αυτή του λευκώματος, και στις δύο γλώσσες της έρευνας (ελληνική και ρουμανική) με σχετική αγγλική περίληψη.
Στην έρευνα και στην ολοκλήρωση των παραδοτέων αυτής, συμμετέχει ικανός αριθμός επιστημόνων από τα συνεργαζόμενα ακαδημαϊκά ιδρύματα των δύο χωρών: Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας – Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Αρχιτεκτονικής και Χωροταξίας Ion Mincu Βουκουρεστίου, Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Craiova Ρουμανίας. Το συγκεκριμένο ερευνητικό έργο, το οποίο ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2005, υλοποιείται μέσω της Επιτροπής Ερευνών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, ενός Ακαδημαϊκού Ιδρύματος, χωροθετημένου στην ακριτική αυτή μα τόσο κρίσιμη γωνιά της Ελλάδας αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Δυτική Μακεδονία, τόπο κύριας αφετηρίας των διαδρομών του εμπορίου και του πολιτισμού προς τα Βαλκάνια, από το ιστορικό παρελθόν έως και τις μέρες μας.
Το συγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα, το οποίο αφορά μέρος ενός ολοκληρωμένου σχεδίου/ project, εστιάζει ευρύτερα στον εντοπισμό, την καταγραφή, τη συστηματική μελέτη, την αξιολόγηση, την ταξινόμηση και την προβολή τόσο του αρχειακού υλικού όσο και του οικιστικού και μνημειακού αποθέματος στο χώρο των Βαλκανίων, σε συγκεκριμένες περιοχές, οι οποίες κατά το ιστορικό παρελθόν αποτέλεσαν «κόμβους» ακμής εμπορίου και πολιτισμού των Ελλήνων της Διασποράς. Η ιστορική περίοδος προσδιορίζεται κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της έρευνας και τις προδιαγραφές του προγράμματος. Επιδιωκόμενος σκοπός, πέραν της επιστημονικής τεκμηρίωσης των αποτελεσμάτων της έρευνας και της προβολής τους ευρύτερα, είναι -σε επόμενη φάση- η προσέγγιση, η διερεύνηση και εν συνεχεία η προώθηση ενός πλαισίου πολιτικής (σε διμερές / διεθνικό επίπεδο) για την προστασία, τη διαχείριση και τη βιώσιμη ανάπτυξη της εν λόγω οικιστικής – μνημειακής και αρχειακής κληρονομιάς.
Οι λόγοι που οδήγησαν στην επιλογή του συγκεκριμένου ερευνητικού πεδίου, πέραν την επιδίωξης να καλυφθεί το υπάρχον γνωστικό κενό στον επιστημολογικό χώρο της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας, παράλληλα προκύπτουν από την επιθυμία βιωματικής «προσέγγισης» του χώρου αναφοράς και των δυνάμεων που τον έχουν συγκροτήσει διαχρονικά. Αυτή η διάσταση είναι δυνατόν να εκφράζεται μέσα από τα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα, σχηματοποιημένα σε χώρους ζωής: μεμονωμένα κτίσματα και οικιστικά συγκροτήματα, με λειτουργίες αρχικά καταγραμμένες σε σχέση με τις εμπορικές δραστηριότητες ή συναφείς με τον πολιτισμό και άλλες, οι οποίες με μια διαχρονική εξέλιξη σήμερα πλέον διαφοροποιούνται από τις αντίστοιχες αρχικές.
Οι οκτώ πόλεις που επελέγησαν σε πρώτη φάση, οπωσδήποτε δεν καλύπτουν το σύνολο της καταγεγραμμένης ελληνικής παρουσίας στη Ρουμανία. Ωστόσο, θεωρούμε ότι είναι αντιπροσωπευτικές, ειδικότερα μάλιστα όσον αφορά την ιστορική «αναζήτηση» των Ελλήνων εμπορευόμενων και επιχειρηματιών στις χερσαίες και πλόιμες διαδρομές τους. Αναλυτικότερα, εκτός από το Βουκουρέστι, επελέγησαν το Μπρασόβ και το Σιμπίου στην Τρανσυλβανία,[19] ως οι δυο βασικοί εμπορικοί σταθμοί των Ελλήνων στις χερσαίες ηπειρωτικές διαδρομές τους, η Βραΐλα, η Κωστάντζα, η Τούλτσεα και το Γαλάτσι, σημαντικά λιμάνια στο Δούναβη και τον Εύξεινο Πόντο, αντιπροσωπευτικοί «κόμβοι» στις πλόιμες διαδρομές εμπορίου και πολιτισμού, καθώς και η Ντρομπέτα Τούρνου Σεβερίν, ομοίως, σταθμός και πύλη στην κρίσιμη ιστορικά διαδρομή του Δούναβη στην Ευρώπη.[20]
Η παρουσίαση της κάθε πόλης, στο πλαίσιο του ερευνητικού αυτού έργου, ακολουθεί το ίδιο μεθοδολογικό πρότυπο. Μετά την ιστορική εισαγωγή με σύνοψη των κυριότερων αντιπροσωπευτικών γεγονότων διαχρονικά για τη ζωή της πόλης καθώς και την καταγραφή και σύνδεση της ελληνικής παρουσίας με αυτά, ακολουθεί η αναλυτική παρουσίαση των κτισμάτων με τη μορφή οργανωμένων συστηματικών δελτίων. Σ’ αυτά αποδίδονται, εκτός από τα στοιχεία ταυτότητας του κτιρίου, το ιστορικό του, ο εντοπισμός του στο χώρο, η σχεδιαστική του ανάλυση ή και η φωτογραφική του απεικόνιση όπως και επιπλέον στοιχεία με επιμέρους περιγραφή της σημερινής του κατάστασης διατήρησης και χρήσης. Ας σημειωθεί ότι εκτός από τα κτίσματα και τα κτιριακά σύνολα –κοσμικά ή και εκκλησιαστικά- παρουσιάζονται και μνημεία (ταφικά, αναθηματικά κ.ά), που σχετίζονται με την ελληνική παρουσία στις πόλεις αυτές. Η αρχιτεκτονική μονογραφία της κάθε πόλης ολοκληρώνεται με τη συστηματοποίηση της βιβλιογραφίας και των πηγών που έχουν ερευνηθεί καθώς και με πίνακες/ ευρετήρια των σημαντικότερων προσωπικοτήτων μεταξύ των Ελλήνων, οι οποίοι συμμετείχαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης, με αναφορές στα επιτεύγματά τους.
Η επιτόπια έρευνα διήρκεσε από τον Μάρτιο του 2006 έως τον Μάιο του 2007. Στις όποιες εγγενείς αδυναμίες της έρευνας πεδίου, κρίσιμη υπήρξε η διερεύνηση του αντικειμένου με τη μέθοδο των διαδοχικών προσεγγίσεων. Τα κριτήρια για την επιλογή των κτιρίων που παρουσιάζονται, ποικίλουν κατά περίπτωση και πάντοτε σε συνάφεια με την πυκνότητα με την οποία αυτά τα τελευταία απαντώνται σήμερα στο χώρο. Επιλέγονται κτίσματα δημόσια ή κοινής ωφέλειας, παράλληλα με τυπικές αστικές κατοικίες. Η παρουσίαση είναι άλλοτε αντιπροσωπευτική/ επιλεκτική, βάσει κριτηρίων που συναρτώνται με τον βαθμό συντήρησης, σημερινής χρήσης – λειτουργίας ή με τη δυνατότητα επισκεψιμότητας των κτισμάτων αυτών και άλλοτε σαρωτική, όπου η κλίμακα του χώρου και οι τοπικές συνθήκες το επιτρέπουν. Τα σχέδια και οι φωτογραφίες αρχείου, όπου αυτά υπήρχαν και χρησιμοποιήθηκαν συμπληρωματικά ως τεκμηρίωση ή για να καλύψουν αδυναμίες προσέγγισης ή εμβάθυνσης της επιτόπιας έρευνας, προέρχονται από τα Κρατικά Αρχεία της Ρουμανίας ή και σε μικρότερο βαθμό από ιδιωτικές συλλογές. Η έρευνα πεδίου, συμπληρούμενη απαραιτήτως από την βιβλιογραφική και την αρχειακή αντίστοιχη, διαφοροποιήθηκε κατά περίπτωση, αναλόγως του βαθμού δυσκολίας συνεννόησης/ συνεργασίας με τον τοπικό πληθυσμό. Επιμέρους πρόβλημα τεκμηρίωσης δημιούργησε η ελλιπής αρχειακή καταχώρηση πολλών από τα συγκεκριμένα κτίσματα. [21] Την αδυναμία αυτή υπερκάλυψε η δυνατότητα επικοινωνίας και συνεργασίας με αρκετές από τις κατά τόπους οργανώσεις των σημερινών ελληνικών κοινοτήτων στις πόλεις αναφοράς. Ιδιαιτέρως ευχαριστούμε για τον λόγο αυτό, τους Προέδρους των Ελληνικών Κοινοτήτων Γαλατσίου και Τούρνου Σεβερίν, Δημήτρη Ζαμφειρόπουλο (D. Zamfiropol) και Paula Scalcau, αντίστοιχα, για την άψογη και συνεχή συνεργασία τους στη διάρκεια της έρευνας. Επίσης, τον Καθηγητή Ionel Candea, Διευθυντή του Μουσείου της Βραΐλας, για τις ιδιαιτέρως χρήσιμες παρατηρήσεις του και την παραχώρηση πρωτογενούς ερευνητικού υλικού, στοιχεία που οπωσδήποτε υπερκαλύπτουν την αδυναμία συνεργασίας των συναδέλφων ερευνητών με την εκεί ελληνική κοινότητα, στη διάρκεια της επιτόπιας έρευνας. [22]
Συνολικά, για τις οκτώ αντιπροσωπευτικές πόλεις διερευνήθηκαν και παρουσιάζονται αναλυτικά σε δελτία 141 κτίρια και κτιριακά σύνολα. Από αυτά, 82 είναι κατοικίες, τα 23 είναι κτίρια κοινωφελή ή δημόσια, 27 είναι κτίρια εμπορικής χρήσης ή/ και επιχειρηματικής δραστηριότητας και 8 μεμονωμένα μνημεία. Από το σύνολο των κτισμάτων αυτών, τα 56 είναι σήμερα χαρακτηρισμένα ως μνημεία από το ρουμανικό κράτος και φέρονται καταχωρημένα στους σχετικούς καταλόγους εθνικών μνημείων. Ένας μικρός σχετικά αριθμός 20 κτισμάτων έχουν καταστραφεί ή βρίσκονται σε κατάσταση ερείπωσης, ενώ σε 31 κτίσματα έχουν πραγματοποιηθεί έως σήμερα εργασίες συντήρησης. Αρκετά από τα κτίσματα, τα οποία σήμερα αποτελούν ιδιωτικές ιδιοκτησίες, έχουν επιστραφεί στους αρχικούς ιδιοκτήτες, ενώ σχετικά μεγάλος εμφανίζεται ο αριθμός των κτισμάτων 31 που αποδίδεται σε διαφορετική χρήση από την πρωταρχική. Χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη ελληνικών ναών -17, οι οποίοι διατηρούνται έως σήμερα και παραμένουν στη διάθεση και χρήση των κατά τόπους ελληνικών κοινοτήτων, στις περισσότερες πόλεις αναφοράς. [23]
|
ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙ |
ΒΡΑΪΛΑ |
ΓΑΛΑΤΣΙ |
ΚΩΣΤΑΝΤΖΑ |
ΜΠΡΑΣΟΒ |
ΣΙΜΠΙΟΥ |
ΤΟΥΛΤΣΕΑ |
ΤΟΥΡΝΟΥ ΣΕΒΕΡΙΝ |
ΧΡΗΣΕΙΣ ΚΤΙΡΙΩΝ |
||||||||
Κατοικίες |
23 |
1 |
12 |
6 |
9 |
5 |
18 |
8[24] |
Ναοί |
6 |
2 |
2 |
1 |
1 |
4 |
1 |
- |
Μεμονωμένα μνημεία (ταφικά, αναθηματικά, άλλα) |
4 |
- |
2 |
- |
- |
- |
- |
2 |
Κοινωφελή ή/ και δημόσια κτίρια |
6 |
3 |
2 |
4 |
1 |
2[25] |
2 |
3 |
Κτίρια εμπορικής χρήσης ή/ και επιχειρηματικής δραστηριότητας |
4 |
3 |
2 |
1 |
1 |
5 |
6 [26] |
5 |
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΚΤΙΡΙΩΝ |
||||||||
Χαρακτηρισμένα μνημεία [27] |
29 |
7 |
6 |
- [28] |
8 |
2 |
2 |
2 |
Κατεστραμμένα ή ερείπια |
7 |
1 |
- |
- |
- |
4 [29] |
1 |
7 |
Συντηρημένα[30] |
10 |
4 |
9 |
2 |
- |
3 |
3 |
- |
Επανάχρηση [31] |
9 |
2 |
9 |
2 |
2 |
2 |
4 |
1 |
ΠΛΗΘΟΣ ΚΤΙΣΜΑΤΩΝ Ή/ ΚΑΙ ΚΤΙΡΙΑΚΩΝ ΣΥΝΟΛΩΝ[32] |
41 |
9 |
19 |
12 |
11 |
13 |
21 |
15 |
Πίνακας: Κτιριακό απόθεμα που συνδέεται με την ελληνική παρουσία στις πόλεις αναφοράς του προγράμματος
Σε συνέχεια όσων παρατίθενται στον παραπάνω πίνακα και αναφορικά με τις πόλεις που παρουσιάζονται σ’ αυτόν, σημειώνουμε ειδικότερα ότι στο Βουκουρέστι οι νέες χρήσεις που εγκαθίστανται στα κελύφη των κτισμάτων που αναλύονται, συνήθως δεν είναι ασυμβίβαστες προς τις αρχικές.[33] Επιπλέον, καταγράφονται στο σχετικό κεφάλαιο –βάσει γραπτών πηγών και μαρτυριών- άλλες 5 ιδιοκτησίες που συνδέονται με την ελληνική παρουσία στη ρουμανική πρωτεύουσα, χωρίς ωστόσο να εντοπίζονται επαρκώς στο πεδίο.
Στη Βραΐλα, επίσης, αναφέρονται -χωρίς να αναλυθούν, λόγω έλλειψης πληρέστερων στοιχείων ταυτότητας- άλλες 9 επιπλέον ιδιοκτησίες, από τις οποίες οι 4 αποτελούν κτίρια κατοικίας, οι άλλες 4 κτίσματα κοινής ωφέλειας και 1 οικόπεδο, το οποίο δωρίθηκε στην πόλη της Βραΐλας.[34]
Στο Γαλάτσι αντίστοιχα παρουσιάζεται, χωρίς ωστόσο να περιγράφονται αναλυτικά με τη μορφή δελτίων, σημαντικός αριθμός άλλων ιδιοκτησιών που σχετίζονται με την παρουσία των Ελλήνων στην πόλη.[35] Από αυτές, με εξαίρεση το ελληνικό λύκειο, τα εργοστάσια, τα εργαστήρια και τα εμπορικά κτίσματα, οι απεικονίσεις εποχής καταδεικνύουν κατοικίες ενδιαφέρουσας αρχιτεκτονικής σε κεντρικές περιοχές της πόλης.
Στην Κωστάντζα, πλέον των κτιρίων που περιγράφονται αναλυτικά στα αντίστοιχα δελτία, μαρτυρούνται επίσης άλλες 6 οικίες, 4 κτίρια εμπορικού χαρακτήρα [36] και 2 άδεια περιφραγμένα οικόπεδα.
Στο Μπρασόβ, τα κτίσματα που καταγράφονται σήμερα ότι σχετίζονται με την ιστορική ελληνική παρουσία στην πόλη, κοσμικά ως επί το πλείστον, βρίσκονται σε καλή κατάσταση διατήρησης. Επίσης, στην ίδια πόλη δεν μαρτυρούνται εργασίες αποκατάστασης/ συντήρησης, εκτός από 2 περιπτώσεις, στις οποίες υπάρχουν καταχωρημένες πληροφορίες για εργασίες επανάχρησης.[37]
Στο Σιμπίου, τα κτίσματα που συνδέονται με την ελληνική παρουσία εντοπίζονται σε κεντρικά σημεία της πόλης. Εκτός από αυτά που αναλυτικά περιγράφονται βάσει τεχνικού δελτίου, παρατηρούνται και άλλες 3 ιδιοκτησίες, οι οποίες απλώς καταγράφονται χωρίς όμως να αναλύονται, εξαιτίας της ανεπάρκειας στοιχείων τεκμηρίωσης. Στην ίδια πόλη, επίσης, 4 κτίσματα δεν εντοπίζονται στο πεδίο, παρά τα επαρκή στοιχεία μαρτυριών περιγραφής τους.[38]
Στην Τούλτσεα παρατηρούμε καταγραμμένα αρκετά κτίσματα εμπορικής χρήσης και επιχειρηματικής δραστηριότητας κατά το ιστορικό παρελθόν, τα οποία συνδέονται με την ακμάζουσα –κατά την περίοδο εκείνη- ελληνική κοινότητα στην πόλη. Οι κατοικίες, συγκεντρωμένες στην περιοχή γύρω από την ελληνική εκκλησία, αποτελούν χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά δείγματα ενός τοπικού εκλεκτικισμού. Εκτός από τα 21 κτίσματα που αναλύονται βάσει δελτίων, καταγράφονται και άλλες 8 ιδιοκτησίες, οι οποίες δεν περιγράφονται αναλυτικά. Από αυτές, οι 5 ήταν εμπορικά καταστήματα, οι 2 εταιρείες εμπορίας προϊόντων και 1 καφενείο. Όλες αυτές εντοπίζονται γεωγραφικά στην ίδια περιοχή, όπου και οι προηγούμενες ιδιοκτησίες που παρουσιάζονται αναλυτικά.[39]
Στη Ντρομπέτα Τούρνου Σεβερίν, πέρα από τα 15 ακίνητα που συνδέονται με την ελληνική παρουσία, τα οποία και αναλύονται βάσει δελτίων, καταγράφονται επίσης άλλες 7 ιδιοκτησίες, για τις οποίες τα διαθέσιμα στοιχεία της έρευνας δεν υπήρξαν πλήρη, ώστε να καταχωρηθούν σε δελτία. Από αυτές, 2 είναι πανδοχεία, 1 εμπορικό κατάστημα, 1 αίθουσα κοινής ωφέλειας και 3 κατοικίες. Αξίζει να σημειωθεί για την ίδια πόλη ότι από τις 15 συνολικά ιδιοκτησίες που περιγράφονται αναλυτικά βάσει δελτίων, τα 5 κτίσματα που καταχωρούνται ως εμπορικής χρήσης ή και επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι πανδοχεία ή ξενοδοχεία.[40] Γεγονός, το οποίο ερμηνεύεται από τη γεωγραφική θέση του Τούρνου Σεβερίν διαχρονικά σε σχέση με το Δούναβη, αλλά και τις χερσαίες εμπορικές διαδρομές.[41]
Το ιστορικό γεωγραφικό πλαίσιο στις «διαδρομές του εμπορίου και πολιτισμού» στη Ρουμανία καθώς και η αρχιτεκτονική και πολεοδομική φυσιογνωμία στους «εμπορικούς σταθμούς των Ελλήνων» στις διαδρομές αυτές, τεκμηριώνονται και αναλύονται από τους συγγραφείς αυτού του λευκώματος: Ο Επίκουρος Καθηγητής του Α.Π.Θ. Ιάκωβος Μιχαηλίδης αναφέρεται στον Ελληνισμό της Ρουμανίας, εστιάζοντας στην ιστορική περίοδο από τον 17ο έως τον 20ό αιώνα. Ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αρχιτεκτονικής και Χωροταξίας Ion Mincu Βουκουρεστίου, Peter Derer, περιγράφει την παρουσία των Ελλήνων διαχρονικά στη Ρουμανία, τεκμηριώνοντάς την σε σχέση με την αρχιτεκτονική και τη δόμηση των πόλεων σε διάφορες ιστορικές περιόδους. Ο αρχιτέκτων Adrian Florin Balteanu μελετά και τεκμηριώνει την ελληνική παρουσία στο Βουκουρέστι μέσα από τη διερεύνηση συγκεκριμένου οικιστικού αποθέματος. Η πολεοδόμος ειδική επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Αρχιτεκτονικής και Χωροταξίας Ion Mincu Βουκουρεστίου, Ioana Lupoaie, διερευνά και αναλύει την αρχιτεκτονική κληρονομιά που είναι συναφής με την παρουσία των Ελλήνων στη Βραΐλα και το Γαλάτσι. Η Octavia Stepan, πολεοδόμος, ειδική επιστήμονας στο ίδιο Πανεπιστήμιο, μελετά την ελληνική παρουσία στις πόλεις Κωστάντζα και Τούλτσεα, τεκμηριώνοντάς τη μέσα από τη χωρική τους οργάνωση αλλά και την αρχιτεκτονική συγκεκριμένων κτισμάτων. Ο Λέκτορας του Δ.Π.Θ. Κυπριανός Σούτσου, σε συνεργασία με την αρχιτέκτονα Raluca Popa, μελετούν και αναλύουν την θέση και τις σχέσεις των Ελλήνων εμπορευόμενων και επιχειρηματιών στην οικονομική και κοινωνική ζωή του Σιμπίου, μέσα από την τοπική ιστορία και την αρχιτεκτονική. Η τελευταία επίσης ερευνά και παρουσιάζει την αρχιτεκτονική που σχετίζεται με την παρουσία των Ελλήνων στην εμπορική και πολιτιστική δραστηριότητα του Μπρασόβ. Τέλος, η Δρ Paula Scalcau, Καθηγήτρια στο Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Craiova Ρουμανίας, παρουσιάζει αποτελέσματα της μακρόχρονης έρευνάς της για τον Ελληνισμό της Ρουμανίας, καταγράφοντας με έμφαση την παρουσία του στην πόλη της, το Τούρνου Σεβερίν, μέσα από τη χωρική οργάνωση και την αρχιτεκτονική που σχετίζεται –κυρίως- με τις δραστηριότητες των Ελλήνων στον επιχειρηματικό και εμπορικό τομέα.
Τον Πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, Καθηγητή Χρήστο Μασσαλά, ευχαριστούμε για τον ενθουσιασμό αποδοχής της ιδέας και την υποστήριξή του στο επιστημονικό έργο.
Θερμές ευχαριστίες εκφράζονται στον Πρόεδρο της Επιτροπής Ερευνών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, Καθηγητή ΑΠΘ Ιωάννη Κολιόπουλο, ο οποίος πίστεψε και υποστήριξε την ερευνητική αυτή προσπάθεια. Θερμές ευχαριστίες εκφράζονται στη φιλόλογο Σοφία Βουτσίδου για τη συνεργασία της στην επιμέλεια των ελληνικών κειμένων και τις πολύτιμες παρατηρήσεις της πάνω σ’αυτά. Τις απόφοιτες, πλέον σήμερα, του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών ΠΔΜ, Ελένη Κριτσάλη, Φίλιαν Μεντίζη, Χάρι Πεντεδέκα και Δήμητρα Περιστεροπούλου ευχαριστώ για τη συνεργασία τους στα πρώτα στάδια της έρευνας βιβλιογραφίας και την προσέγγιση πηγών. Τον συνάδελφο Κυπριανό Σούτσου και τη φιλόλογο Toni Vancea, ευχαριστώ για την πολύτιμη συνεργασία τους στις μεταφράσεις και την επιμέλεια των ρουμανικών κειμένων. Την αρχιτέκτονα Δήμητρα Βιτούλα ευχαριστώ για τη συνεργασία της στην επιμέλεια των αγγλικών περιλήψεων.
Θερμές ευχαριστίες οφείλονται, επίσης, στους χορηγούς φορείς της έρευνας και της υλοποίησης των παραδοτέων αυτής.
Με την ευχή οι «διαδρομές» αυτές να συνεχίσουν και να οδηγήσουν σε προσέγγιση λαών, συνένωση δραστηριοτήτων και πολιτισμών, σας ευχόμαστε καλή «εικονική περιήγηση».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Baumann Victor H., Prezenţa elenilor la Tulcea [Η παρουσία των Ελλήνων στην Τούλτσεα], Ένωση Ελλήνων Ρουμανίας, Βουκουρέστι, 2005.
- Butnariu Mihai, Monografia municipiului Drobeta - Turnu Severin [Η μονογραφία του δήμου Ντρομπέτα - Τούρνου Σεβερίν], εκδόσεις Prier, Τούρνου Σεβερίν, 1998.
- Cicanci Olga, Companiile greceşti din Transilvania şi comerţul european în anii 1636-1746 [Οι ελληνικές κομπανίες της Τρανσυλβανίας και το ευρωπαϊκό εμπόριο στα χρόνια 1636-1746], εκδόσεις της Ρουμανικής Ακαδημίας, Βουκουρέστι, 1981.
- Derer Peter, Μνημεία, Σύνολα, Τοποθεσίες. Βουκουρέστι: Ion Mincu Πανεπιστήμιο Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας (στη ρουμανική).
- Φωκάς Σπυρίδων, Οι Έλληνες στη ναυσιπλοΐα του Κάτω Δουνάβεως, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, 1975.
- Γαβρά Ελένη, Αγροτικός χώρος και κατοικία στον Πόντο από τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του 20ού, εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2003.
- Gavra Eleni, Τhe Greek presence in the Black Sea: ‘traces’ of architectural identity in ‘related locales’, diachronical approaches στο: The Mediterranean. History, Culture, Civilization (συλλογικός τόμος), στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ιστορίας Cliohnet (υπό έκδοση).
- Γαβρά Ελένη, «Χωρική οργάνωση και αρχιτεκτονική στον ιστορικό Πόντο» στο: Ο Πόντος των Ελλήνων, εκδόσεις Έφεσος, Αθήνα, 2003 (συλλογική έκδοση), σσ. 184 -191.
- Γαβρά Ελένη, «Η Διαχείριση του Πολιτιστικού και Οικιστικού Αποθέματος στη Ν.Α. Ευρώπη, στο πλαίσιο των Πολιτικών Χωρικής Ανάπτυξης: Η Περίπτωση της Ρουμανίας», Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Διαστάσεις της Μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Φλώρινα 10-12/11/2006. Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 2007, σσ.571-593.
- Χολέβας Νίκος, Αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου στα Βαλκάνια, Φιλιππότης, Αθήνα, 1994.
- Καραθανάσης Αθανάσιος, Οι Έλληνες λόγιοι στη Βλαχία (1670-1714). Συμβολή στη μελέτη της ελληνικής πνευματικής κίνησης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες κατά την προφαναριωτική περίοδο, Θεσσαλονίκη, 2000.
- Karathanasis Athanassios, Elenismul in Transilvania [Ο Ελληνισμός στην Τρανσυλβανία], εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2003 (στη ρουμανική).
- Λάββας Γεώργιος, Επίτομη Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2002.
- Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου Μαρία, «Το οδικό δίκτυο της χερσονήσου του Αίμου και η σημασία του κατά τους Μέσους Χρόνους» στο Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορικής Γεωγραφίας, Θεσσαλονίκη, 1998, σσ. 155-159.
- Τσούρκα – Παπαστάθη Δέσποινα, Η ελληνική εμπορική κομπανία του Σιμπίου Τρανσυλβανίας 1636-1848 , Θεσσαλονίκη, 1994.
- Ζαφείρης Χρήστος, Βαλκάνιος Πραματευτής. Οδοιπορία μνήμης σε ελληνικές κοινότητες και παροικίες, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα, 1998.
Υποσημειώσεις
[1] Σ. Φωκάς, Οι Έλληνες στη ναυσιπλοΐα του Κάτω Δουνάβεως, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, 1975.
[2] Ε. Γαβρά, Αγροτικός χώρος και κατοικία στον Πόντο από τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του 20ού, εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2003, σσ. 31-35. Της ιδίας, Τhe Greek presence in the Black Sea: ‘traces’ of architectural identity in ‘related locales’, diachronical approaches στο: The Mediterranean. History, Culture, Civilization (συλλογικός τόμος), στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ιστορίας Cliohnet (υπό έκδοση).
[3] Μ. Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου, «Το οδικό δίκτυο της χερσονήσου του Αίμου και η σημασία του κατά τους Μέσους Χρόνους» στο Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορικής Γεωγραφίας, Θεσσαλονίκη, 1998, σσ. 155-159.
[4] Ε. Γαβρά, «Χωρική οργάνωση και αρχιτεκτονική στον ιστορικό Πόντο» στο: Ο Πόντος των Ελλήνων, εκδόσεις Έφεσος, Αθήνα, 2003 (συλλογική έκδοση), σσ. 184 -191.
[5] Προς τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τη μεγάλη έξοδο του Ελληνισμού από την Μικρά Ασία –στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα, στον αστικό χώρο του ιστορικού Πόντου το επικρατέστερο αρχιτεκτονικό ρεύμα, με άμεσες τις επιρροές από ευρωπαϊκά –ως επί το πλείστον- πρότυπα, είναι αυτό του εκλεκτικισμού. E. Gavra, Τhe Greek presence in the Black Sea, Cliohnet (υπό έκδοση).
[6] Δ. Τσούρκα – Παπαστάθη, Η ελληνική εμπορική κομπανία του Σιμπίου Τρανσυλβανίας 1636-1848 , Θεσσαλονίκη, 1994.
[7] A. Karathanasis, Elenismul in Transilvania [Ο Ελληνισμός στην Τρανσυλβανία], εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2003 (στη ρουμανική).
[8] Το Βάρσοβο και το Σιμπίνο, αντίστοιχα, κατά τους λόγιους Έλληνες εκείνης της εποχής. Χ. Ζαφείρης, Βαλκάνιος Πραματευτής. Οδοιπορία μνήμης σε ελληνικές κοινότητες και παροικίες, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα, 1998, σ. 276.
[9] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση παρόμοιων περιφερειακών εγκαταστάσεων στο Σιμπίου και το Μπρασόβ, ομοίως. Για περισσότερα στοιχεία βλ. σχετικά παρακάτω, στα αντίστοιχα κεφάλαια.
[10] Τσούρκα – Παπαστάθη, ό.π. Επίσης, στα αντίστοιχα κεφάλαια του βιβλίου αυτού: Μπρασόβ, Σιμπίου, Τούρνου Σεβερίν.
[11] Εκτός από τις περιόδους ραγδαίας οικοδομικής ανάπτυξης για τη χώρα, όπως το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1880–1910, τις δυο μεσοπολεμικές δεκαετίες 1920–1940 και την μετά το 1950 περίοδο. Ν. Χολέβας, Αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου στα Βαλκάνια, Φιλιππότης, Αθήνα, 1994.
[12] Το έδαφος της μεσαιωνικής πόλης (ή της μπαρόκ) περιέλαβε μεταγενέστερα κεντρικά συγκροτήματα με έδρες θεσμικών οργανισμών, σημαντικούς εμπορικούς δρόμους και συγκροτήματα κατοικιών κτισμένα βαθμιαία. Ε. Γαβρά, «Η Διαχείριση του Πολιτιστικού και Οικιστικού Αποθέματος στη Ν.Α. Ευρώπη, στο πλαίσιο των Πολιτικών Χωρικής Ανάπτυξης: Η Περίπτωση της Ρουμανίας», Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Διαστάσεις της Μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Φλώρινα 10-12/11/2006. Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 2007, σσ.571-593. Αναλυτικότερα στο: P. Derer, Μνημεία, Σύνολα, Τοποθεσίες. Βουκουρέστι: Ion Mincu Πανεπιστήμιο Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας (στη ρουμανική).
[13] Α. Καραθανάσης, Οι Έλληνες λόγιοι στη Βλαχία (1670-1714). Συμβολή στη μελέτη της ελληνικής πνευματικής κίνησης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες κατά την προφαναριωτική περίοδο, Θεσσαλονίκη, 2000.
[14] Νεοκλασικό ή ακαδημαϊκό είναι το επικρατέστερο στυλ των κτισμάτων αυτών. Σχετικά βλ. στο κεφάλαιο για το Βουκουρέστι.
[16] Το ερευνητικό πρόγραμμα φέρει τον πλήρη τίτλο: «Διαδρομές και Κόμβοι Εμπορίου και Πολιτισμού στα Βαλκάνια. Διαδρομή πρώτη: Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία. Ανάδειξη και προβολή του πολιτισμικού μνημειακού αποθέματος του Μείζονος Ελληνισμού»
[17] Το Κέντρο Μελέτης και Ανάπτυξης Ελληνικού Πολιτισμού της Μαύρης Θάλασσας (της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης), η ALPHA Τράπεζα Πίστεως, ο Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού και η Αναπτυξιακή Δυτικής Μακεδονίας (ΑΝ.ΚΟ Α.Ε.).
[18] Από αυτά τα 141 παρουσιάζονται αναλυτικά με δελτία τεκμηρίωσης.
[19] Η πόλη του Σιμπίου, αφετηρία των ελληνικών εμπορικών «κομπανιών», αποτελεί ιστορικά σημαίνοντα «κόμβο» στην εν δυνάμει «διαδρομή εμπορίου και πολιτισμού» των Ελλήνων στη Μεσευρώπη. Σχετικά, βλ. Τσούρκα –Παπαστάθη, ό.ππ. και Olga Cicanci, Companiile greceşti din Transilvania şi comerţul european în anii 1636-1746 [Οι ελληνικές κομπανίες της Τρανσυλβανίας και το ευρωπαϊκό εμπόριο στα χρόνια 1636-1746], εκδόσεις της Ρουμανικής Ακαδημίας, Βουκουρέστι, 1981.
[20] «Καθώς οι Έλληνες έμποροι, που διέπλεαν τον Δούναβη, έφθαναν έως τις Σιδηρές Πύλες, η Ντρομπέτα πρέπει να στάθηκε σημαντική πόλη για τις συναλλαγές τους» ήδη από την αρχαιότητα. Βλ. σχετικά P. Scalcau στο αντίστοιχο κεφάλαιο για την πόλη Τούρνου Σεβερίν.
[21] Στις ιδιωτικές κατοικίες, επί το πλείστον.
[22] Έρευνα πεδίου, αρχείων και γραπτών πηγών.
[24] 2 από αυτές αποτελούσαν έδρες σχολείων και η 1 νοσοκομείο.
[25] Σχολεία.
[26] Σε 3 κτίρια μαρτυρείται συνύπαρξη λειτουργιών κοινής ωφέλειας και κατοικίας ή παλαιότερα κατοικίας και εμπορικής δραστηριότητας.
[27] Μεμονωμένα ή και ως τμήματα αρχιτεκτονικών μνημειακών συνόλων.
[28] Δεν καταγράφονται τα χαρακτηρισμένα ως μνημεία.
[29] 3 κτίρια κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους κτίσθηκαν άλλα, διαφορετικής χρήσης ή προορισμού.
[30] Κτίσματα στα οποία καταγράφονται εργασίες αποκατάστασης στη διάρκεια της ύπαρξής τους, διαχρονικά.
[31] Με διαφοροποίηση της λειτουργίας τους, σε σχέση με την αρχική. Ας επισημανθεί ότι στα περισσότερα από τα κτίσματα που παρουσιάζονται αναλυτικά παρακάτω, δεν παρατηρείται διακοπή στη χρήση τους.
[32] Όσα παρουσιάζονται με αναλυτικά δελτία.
[33] Παραδείγματος χάρη, χρήση κατοικίας αρχικά, γραφεία αργότερα ή μουσείο ή και δημαρχείο.
[34] Αναλυτικότερα, στο σχετικό κεφάλαιο για την Βραΐλα.
[35] Αναλυτικότερα, στο σχετικό κεφάλαιο για το Γαλάτσι.
[36] Εμπορικά καταστήματα, μάλλον.
[37] Βλ. πίνακα πιο πάνω και αναλυτικότερα στο σχετικό κεφάλαιο για το Μπρασόβ, που ακολουθεί.
[38] Πρόκειται για τα κτίρια που αντιστοιχούν στους εμπορικούς οίκους Χατζή Κωνσταντίνου Ποπ, Δ. Πατσιούρα και Ι. Μάρκου.
[39] Αναλυτικότερα, στο σχετικό κεφάλαιο για την Τούλτσεα και στο: V. H. Baumann, Prezenţa elenilor la Tulcea [Η παρουσία των Ελλήνων στην Τούλτσεα], Ένωση Ελλήνων Ρουμανίας, Βουκουρέστι, 2005.


