Η αρχιτεκτονική
Οι Έλληνες στη Ρουμανία
Η παρουσία τους στην αρχιτεκτονική και τη δόμηση των πόλεων
Peter Derer, Καθηγητής Πολεοδομίας του Πανεπιστημίου Ion Mincu Αρχιτεκτονικής και Χωροταξίας Βουκουρεστίου
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Σκοπoi, διευκρινίσεις. Συνεισφορά (άμεση, έμμεση) στον τομέα των κατασκευών στη Ρουμανία. Ιδιοκτήτες, ανάδοχοι, σχεδιαστές, κατασκευαστές, χρήστες. Οι ρίζες του πληθυσμού: οι Έλληνες από την Ελλάδα, από τις αποικίες (Μικρά Ασία, Βυζάντιο/Κωνσταντινούπολη), οι Έλληνες από τη Ρουμανία. Το μέγεθος του πληθυσμού που εμπλέκεται στον τομέα των κατασκευών.
Το παρόν έργο αποσκοπεί να διερευνήσει τον τρόπο αλλά και την κλίμακα επιρροής του πολιτισμού και της κουλτούρας του ελληνικού κόσμου, της Ελλάδας δηλαδή, στην αρχιτεκτονική και τη δημιουργία των πόλεων στην περιοχή της σημερινής Ρουμανίας.
Κατά κύριο λόγο, τέτοιες επιδράσεις υλοποιούνται με διάφορους τρόπους: άμεσα, με την εξ ολοκλήρου υλοποίηση των προϊόντων (αρχιτεκτονικής ή πολεοδομίας) από το δυναμικό δημιουργίας, το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, στο πλαίσιο του πνεύματος που διέπει τον πολιτισμό και την κουλτούρα του ελληνικού κόσμου, ή έμμεσα, μέσω ενδιάμεσων μεσολαβητών.
Στην πρώτη περίπτωση, η παραγγελία, η χρηματοδότηση, το νομοθετικό πλαίσιο, ο σχεδιασμός (ειδικά), η εκτέλεση, η ουσία της ύλης κτλ. συνδέονται με κάποια μόνο από τα μέλη μιας ελληνικής κοινότητας (ή με ορισμένους επαγγελματίες άλλης καταγωγής, εξοικειωμένους με τον σχετικό πολιτισμό/ κουλτούρα. Στη δεύτερη περίπτωση, στην υλοποίηση του τελικού προϊόντος εμπλέκονται επιλεκτικά σε μερικές φάσεις της διαδικασίας κατασκευής (ελλείψει, ειδικότερα, της φάσης του σχεδιασμού), ενώ οι υπόλοιπες επαφίενται στην αρμοδιότητα κάποιων επαγγελματιών από άλλες κοινότητες, μη εξοικειωμένων με τον ελληνικό πολιτισμό/ κουλτούρα.
Ίσως διαφορετικά από ό,τι παρατηρείται σε άλλες περιπτώσεις, η αναφορά στον πολιτισμό και την κουλτούρα μεταφέρει στο εξωτερικό την καθ’ αυτού τεχνογνωσία, μία διαφοροποιημένη προσέγγιση. Στην περίπτωση των Ελλήνων, μπορούμε να διακρίνουμε περισσότερα επίπεδα άσκησης επιρροής στο ρουμανικό έδαφος: το πρώτο, το οποίο προκύπτει από τη βασική εστία πολιτισμού/ κουλτούρας, ένα άλλο που απορρέει ως αποτέλεσμα μιας δευτερεύουσας εστίας, ενώ ως τελευταίο δύναται να θεωρείται εκείνο με χαρακτήρα επιγόνου. Στην Αρχαιότητα, την κύρια εστία ακτινοβολίας αποτελούσε η ηπειρωτική Ελλάδα (και ο χώρος επιρροής της), η δευτερεύουσα εστία βρισκόταν στα δυτικά της Μικράς Ασίας, οι δε τριτοβάθμιες εστίες εντοπίζονταν στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.
Την εποχή του Μεσαίωνα, η κατάσταση αλλάζει αισθητά, προς την κατεύθυνση της ανατροπής της θέσης των ιεραρχικά πρώτων εστιών: η πρωταρχική εστία τοποθετείται στο βόρειο τμήμα της Μικράς Ασίας (Κωνσταντινούπολη), ενώ η ηπειρωτική Ελλάδα περνά σε δεύτερη μοίρα. Οι πολλαπλασιαστές/ αποδέκτες από τις Ρουμανικές Ηγεμονίες/ Ρουμανία, μεταβάλλουν και αυτές με τη σειρά τους, τους ρόλους τους. Τα πρώτα κύματα μεταναστών αφομοιώνονται[1] (ή εγκαθίστανται στα αρχαία επίπεδα πολιτισμού/ κουλτούρας), χάνοντας σταδιακά τη σχέση τους με τη βασική εστία (ακόμη και με τη δευτερεύουσα), με τις πλέον πρόσφατες υποκινήσεις πολιτισμού/κουλτούρας μετανάστευσης.
Άλλο ζήτημα που εγείρει προβληματισμούς και αξίζει να αναφερθεί, είναι η διευκρίνιση των κινήτρων που ωθούν μια κοινότητα να εγκαταλείπει τον περιβάλλοντα περίγυρό της καθώς και της τεκμηρίωσης εγκατάστασης σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία, και όχι σε άλλη. Με άλλα λόγια, τί είναι αυτό που δημιουργεί τη μετακίνηση και αυτό που προσελκύει την εγκατάσταση.
Σε αυτές τις σύνθετες εξελίξεις, παράλληλες με μια σχετική σε ισορρόπηση της εμπειρίας μεταξύ του αυτόχθονος πληθυσμού και των κοινοτήτων των μεταναστών, η παρουσία της ελληνικής επιρροής (άμεσης ή έμμεσης) στον τομέα της αρχιτεκτονικής ή της οικοδόμησης των πόλεων διαφέρει από τη μία χρονική περίοδο στην άλλη, εμφανίζοντας όμως συνολικά μία τάση συρρίκνωσης, όσον αφορά την ποσοτική παραγωγή.
2. ΕΙΔΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
2.1. Αρχαιότητα. Τα κατάλοιπα της εμπειρίας της αρχαιότητας. Δομημένο απόθεμα, διαδρομές πρόσβασης, πηγές υλικών κτλ. Η νέα παραγωγή, ως επακόλουθο του εκχριστιανισμού της Δοβρουτσάς. Η ελληνική επιρροή.
Η αρχαία περίοδος αντικατοπτρίζει με έναν σχεδόν τέλειο τρόπο την ολοκληρωμένη μεταφορά τεχνογνωσίας: τα ελληνικά πολίσματα στα δυτικά παράλια του Ευξείνου Πόντου (Tomis [Τόμις], Callatis [Καλλάτις], 4ος αιώνας π.Χ.) αποτελούσαν το σύνθετο προϊόν της πρόθεσης του αποικισμού καινούργιων εδαφών για οικονομικούς λόγους, με οργανωτικά, εξειδικευμένη χειρωνακτική εργασία και μορφές ιδιοκτησίας που χαρακτήριζαν τις ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας (δευτερεύουσα εστία).
Αφού ξεπέρασαν κάποια επίπεδα, τη συγκέντρωση ενέργειας (το περίσσευμα του εργατικού δυναμικού, της τεχνογνωσίας, το έλλειμμα πηγών -καλλιεργήσιμο έδαφος, πηγές νερού) ή τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης (ξένη διοίκηση, εκμετάλλευση, τρομοκρατία) σε έναν τόπο, οδηγήθηκαν, συνήθως, σε μια εδαφική μετακίνηση. Στην περίπτωση του αρχαίου ελληνικού αποικισμού, το πλεόνασμα γνώσεων και η θέληση για την εξασφάλιση καλύτερων όρων ζωής ήταν οι δημιουργικοί παράγοντες.
Όλα τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα το περιτύλιγμα/εικόνα και η δομή αυτών των πόλεων – λιμανιών, των δημοσίων κτιρίων (κοσμικών και θρησκευτικών) και πιθανώς η οργάνωση της ενδοχώρας (Histria [Ίστρια], 3ος αιώνας π.Χ. – 1ος αιώνας μ.Χ.) να μη διαφοροποιούνται πολύ από τα αντίστοιχα παραδείγματα της ηπειρωτικής Ελλάδας και λιγότερο από αυτά της Μικράς Ασίας. Οι διαφορές εντοπίζονται στην ποιότητα του εργατικού δυναμικού (λιγότερο εξειδικευμένου, κι έτσι εξηγούνται οι εισαγωγές υλικών κατασκευής στην Ίστρια) καθώς επίσης στα ειδικά χαρακτηριστικά των τοποθεσιών εγκατάστασης και την ποιότητα των τοπικών κατασκευαστικών υλικών.
Μία διαφορετική φόρμουλα μεταφοράς τεχνογνωσίας απαντάται κατά την ίδια χρονική περίοδο με τη συμμετοχή μερικών Ελλήνων κατασκευαστών, που είχαν προσληφθεί ή αιχμαλωτισθεί από τους Δάκες αρχηγούς ως συνέπεια των εκστρατειών και των πολέμων με τα κρατίδια του Ευξείνου Πόντου. Γίνεται λόγος για επιρροή που καθίσταται φανερή στις κατασκευές (κτίρια, δημόσια δίκτυα, προχώματα κτλ.), που τελειοποιήθηκαν στο συγκρότημα των οχυρωμένων οικισμών στα Όρη Orăştiei/ Hunedoara (Sarmizegetusa, 1ος αιώνας π.Χ.). [2]
Η επιμήκυνση της αρχαίας περιόδου στη νοτιοανατολική Ευρώπη, με την ίδρυση και τη χιλιετή ύπαρξη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, επέτρεψε τη συνέχιση -υπό άλλες μορφές- της ελληνικής επιρροής στο έδαφος της Ρουμανίας. Μια πρώτη φάση - μορφή μεταφοράς πολιτισμού/ κουλτούρας επετεύχθη ταυτόχρονα με τη διάδοση του Χριστιανισμού στην περιοχή του κάτω Δουνάβεως και αντίστοιχα στη Δοβρουτσά (Tomis [Τόμις], 3ος αιώνας μ.Χ.) καθώς και στα νότια της Μουντένιας/ Βλαχίας.
Σε αυτή την περίπτωση, η ελληνική επιρροή πραγματοποιήθηκε έμμεσα: δεν επαναλήφθηκε η αποδημητική ροή ολόκληρης της κοινότητας, πάρα μόνο μετακινήσεις μεμονωμένων μικρών ομάδων οπαδών της καινούργιας θρησκείας, οι οποίες αποσύρθηκαν στις περιφερειακές περιοχές της αυτοκρατορίας από τον φόβο των διώξεων (επί Διοκλητιανού και των απογόνων του, τον 3ο αιώνα μ.Χ.). Προφανώς, οι νέοι απόστολοι δημιουργούν νέες νοοτροπίες και αυθεντικές μορφές οργάνωσης ομογενούς πληθυσμού, θέτοντάς του και πρότυπα για τα συγκροτήματα και τα κτίρια λατρείας, υλοποιούμενα όμως με χειρωνακτική εργασία και τοπικά υλικά (λαξευτό συγκρότημα του Basarabi, 3ος αιώνας μ.Χ.).
2.2. Μεσαίωνας. Η διοικητική εναλλακτική του Βυζαντίου. Πρόσωπα επιρροής (Νικόδημος, Κύριλλος και Μεθόδιος). Η αποδοχή της Ορθοδοξίας, η αθωνική ιεροσύνη ως ερέθισμα στον κατασκευαστικό τομέα. Η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η ελληνική μετανάστευση, η υποδοχή στις ρουμανικές χώρες. Ηγεμόνες και βογιάροι ελληνικής καταγωγής.
Η άνοδος και η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε σχέση με τις μετακινήσεις των νομαδικών λαών μεταθέτει τα κέντρα εξουσίας και τις διαδρομές δραστηριοτήτων στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Σε αντίθεση με την ελληνική αρχαιότητα, όπου οι βασικές διαδρομές πρόσβασης περιορίζονταν στη θάλασσα (μαρτυρία αποτελεί η σειρά των πολισμάτων στην ακτή του Ευξείνου Πόντου), στην ρωμαιο-βυζαντινή αρχαιότητα αρκετές τοποθεσίες αποσύρονται στο εσωτερικό της Δοβρουτσάς/ Βλαχίας, κίνηση που συνιστά τεκμήριο της αυξημένης σημασίας των πλωτών μεταφορών (Capidava [Καπιντάβα], Dinogetia [Ντινογέτια], 6ος – 10ος αιώνας μ.Χ.) και των χερσαίων μεταφορών (Sucidava [Σουτσιντάβα] , 6ος αιώνας μ.Χ.).
Η ελληνική παρουσία, αποδυναμωμένη για ένα διάστημα λόγω της αντιπαράθεσης των σλαβικών κρατών (το βουλγαρικό τσαρικό κράτος, το σέρβικο βασίλειο), επανέρχεται στο προσκήνιο μετά τον 9ο – 10ο αιώνα μ.Χ. με τη συνέχιση του εκχριστιανισμού των πληθυσμών στα βόρεια του μέσου Δουνάβεως (Panonia και Moravia). Υποθέτουμε ότι οι αδελφοί μοναχοί Κύριλλος και Μεθόδιος από τη Θεσσαλονίκη δε διέδωσαν τη νέα θρησκεία μόνο προφορικά και γραπτά (μεταφράζοντας από τα ελληνικά στα σλαβικά τα βασικά θρησκευτικά βιβλία) αλλά και μεταδίδοντας μοντέλα κοινωνικής οργάνωσης και αρχιτεκτονικής. Είναι γνωστό ότι η βυζαντινή θρησκευτική αρχιτεκτονική, ενισχυμένη στην ηπειρωτική Ελλάδα, διαδόθηκε εν συνεχεία στην ευρύτερη περιοχή.
Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους το 1204 και η ίδρυση λατινικών κρατών στο έδαφος της ηπειρωτικής Ελλάδας επέβαλαν στη λεκάνη της «Μεγάλης Θάλασσας» (Μαύρη Θάλασσα) τους Γενοβέζους και τους Ενετούς, προκαλώντας ταυτόχρονη έξοδο του ελληνικού πληθυσμού. Είναι πιθανό ακολουθώντας τη διαδρομή του Κυρίλλου και του Μεθοδίου, να εγκαταστάθηκε ένα τμήμα του ελληνισμού στη Βουλγαρία και ένα άλλο στη Σερβία. Από εδώ, ένας αριθμός Ελλήνων μοναχών εγκαταστάθηκαν στο Μπανάτ και ακόμη πιο πέρα, στο κέντρο της Τρανσυλβανίας. Ίσως η παρουσία τους να εξηγεί τα ιδιαίτερα σχήματα/φόρμες των ναών στο Densus [Ντενσούς], Orlea [Όρλεα], Strei [Στρέι] (13ος – 14ος αιώνας μ.Χ.). Από την άλλη πλευρά, από την εποχή της ίδρυσης της Βλαχίας, πρότυπα βυζαντινής θρησκευτικής αρχιτεκτονικής, τυπικά για τις περιοχές του νοτίου Δουνάβεως, χτίζονται με πέτρα και πλίνθους στην Curtea de Arges [Κούρτεα ντε Άρτζες] στα μέσα του 14ου αιώνα: ο ναός Nicoara [Νικοάρα] και η Biserica Domnească [Ηγεμονική Εκκλησία].
Λίγο αργότερα, στη Vodita [Βόντιτσα] (1370) και Tismana [Τισμάνα] (1378), ο μοναχός Νικόδημος (πιθανότατα ελληνικής καταγωγής), όντας στην υπηρεσία του Ηγεμόνα Vladislav Vlaicu [Βλάντισλαβ Βλάικου], χρησιμοποιεί και αναπτύσσει τα πρότυπα. Πρόκειται για μοναστήρια με εκτεταμένο πρόγραμμα, θρησκευτικό και κοσμικό, που αποτελούν κατά πάσα πιθανότητα τμήμα ενός ηγεμονικού προγράμματος για την εποπτεία της περιοχής και ταυτόχρονα υπόμνησης αυτού μέσα από αντιπροσωπευτικές παρουσίες που πρέπει να αντανακλούν την κρατική δύναμη. Θεωρείται βάσιμη η εκδοχή ο Νικόδημος και η ομάδα του να σχημάτισαν και άλλες ομάδες κατασκευαστών, ενισχύοντας το αφομοιωμένο τοπικά αρχιτεκτονικό πρότυπο και τη βάση των μελλοντικών οικοδομικών προγραμμάτων.[3]
Κατά τα λοιπά, τον 14ο αιώνα παρατηρείται μία πύκνωση της παρουσίας των Ελλήνων στις Ρουμανικές Χώρες (σίγουρα στη Μουντένια/ Βλαχία και την Τρανσυλβανία) ίσως και ως επίπτωση της πίεσης που ασκούσαν οι Οθωμανοί στις βορειοδυτικές επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Από προγενέστερα μερικοί επίσκοποι στη Δοβρουτσά εμπλέκονταν στις θρησκευτικές διαμάχες ανάμεσα στην ανατολική και τη δυτική εκκλησία (μετά το σχίσμα του 1052 μ.Χ.). Στην Τρανσυλβανία του 15ου αιώνα υπάρχουν γραπτές αναφορές για διαμάχες μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων ιερέων (σε μεγάλο βαθμό προερχόμενοι από τις ελληνικές περιοχές).
Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα στη Μουντένια/ Βλαχία ιδρύθηκε η Μητρόπολη της Ουγγροβλαχίας από τον θεμελιωτή της Υάκινθο Κριτόπουλο, επονομαζόμενο και Έλληνα (1359-1372). Έτσι τέθηκε ο θεμέλιος λίθος για την μακραίωνη παρουσία του ελληνικού κλήρου και μοναχισμού (από τον Άθωνα) στο νοικοκυριό της βλαχικής εκκλησίας. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί μεταφορά πολιτιστικών προτύπων (γλώσσα, βασικά βιβλία, εικονογραφία κτλ.) συμπεριλαμβανομένων -έστω και επεξεργασμένων- αρχιτεκτονικών προγραμμάτων (μοναστηριακά συγκροτήματα, λαϊκές εκκλησίες κ.ά.) Αυτό σημαίνει επίσης την υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης πολιτικής προσωπικού και προφανώς την ανάληψη ορισμένων προγραμμάτων χρηματοδότησης για την κατασκευή θρησκευτικών κτιρίων και μοναστηριακών συγκροτημάτων.
Στη Μολδαβία, ο Alexandru cel Bun [Αλέξανδρος ο Καλός] επιλύει τη διένεξη με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, μετά το καθολικό ιντερλούδιο εξαιτίας των πιέσεων της Πολωνίας: το 1401 εγκαθίσταται ο πρώτος Έλληνας Μητροπολίτης με την έγκριση του Πατριάρχη στη Suceava [Σουτσεάβα] (σημειώνεται ότι εξαιτίας της απροθυμίας της χώρας να συναινέσει στην εγκατάσταση ορισμένων Ελλήνων μητροπολιτών, ο Οικουμενικός Πατριάρχης την είχε αναθεματίσει). Μερικές δεκαετίες αργότερα καταγράφεται η πρώτη –μάλλον- δωρεά, κατά την οποία ηγεσία της Μολδαβίας εκχωρεί σε ένα μοναστήρι του Άθωνα. Οι θρησκευτικές σχέσεις με το Βυζάντιο μεταφράζονται με την αύξηση του αριθμού σημαντικών ιερωμένων διαφόρων βαθμών, που προέρχονται από την πρωτεύουσα ή τις ευρωπαϊκές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Αυτοί διατηρούν τους δεσμούς με τον τόπο καταγωγής τους (συχνά υπό τη μορφή αμοιβαίας στήριξης με τον Άθωνα και με το Σινά) ενώ παράλληλα οικοδομούν-ιδρύουν ή επιδιορθώνουν και συντηρούν εκκλησίες και μοναστήρια στη χώρα (μοναστήρι Hlincea [Χλίντσεα] Ιάσιο,16ος αιώνας). Ταυτόχρονα με τους ανθρώπους της εκκλησίας, αναφέρονται οι πρώτοι Έλληνες με διοικητικές θέσεις (κατά κανόνα στην καγκελαρία της ηγεμονίας) και οι πρώτοι Έλληνες έμποροι.
Η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, το 1453, προκαλεί ένα άλλο μαζικό κύμα προσφύγων, εκ των οποίων ένας σημαντικός αριθμός κατευθύνεται προς τις Ρουμανικές Χώρες (και τη Σερβία), που δεν βρίσκονταν ακόμη υπό οθωμανική κατοχή. Καθώς οι Οθωμανοί δεν ακύρωσαν το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως ούτε και την οργανωτική του δομή, οι σχέσεις στην κατεύθυνση της Ορθοδοξίας συνεχίστηκαν όπως πριν. Ως εκ τούτου, ανάμεσα στους μετανάστες ανακαλύφθηκαν άλλες κοινωνικές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων με την πάροδο του χρόνου ξεχώρισαν οι διοικητικοί υπάλληλοι και οι εμπορευόμενοι.
Η πτώση του Βυζαντίου έθεσε ζωτικό το ζήτημα της κληρονομιάς του, τουλάχιστον της πολιτιστικής: μέχρι την άνοδο της Ρωσίας, ορισμένοι ηγεμόνες των Ρουμανικών Χωρών θα θεωρηθούν συνεχιστές των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ηγεμόνες της Μολδαβίας και της Βλαχίας δέχθηκαν τους νεοφερμένους, οι οποίοι, έχοντας την ίδια θρησκεία, εντάσσονται στις τοπικές κοινωνίες βρίσκοντας θέσεις εργασίας και διασφαλίζονται οικονομικά. Έχοντας στο ενεργητικό τους σπουδές στην Οικονομία και τη Διοίκηση, μερικοί εξ αυτών καταλαμβάνουν σημαντικές διοικητικές θέσεις ενώ άλλοι, επιχειρηματίες, αγοράζουν κτήματα (latifundii). τόσο οι μεν όσο και οι δε καταφέρνουν να αναρριχηθούν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, γεγονός που διευκόλυνε την αφομοίωσή τους, αρχής γενομένης από τον 16ο αιώνα.
Εδώ πρέπει να αναφερθούν και οι σύζυγοι ή άλλοι συγγενείς των ηγεμόνων που προέρχονται από τον ελληνικό κόσμο (ο Nicolae Alexandru ήταν παντρεμένος με μια ανιψιά του αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως, τη Maria de Mangop, η οποία προερχόταν από σημαίνουσα βυζαντινή οικογένεια, η σύζυγος του Alexandru II Mircea ο οποίος καταγόταν από τη Χίο, η σύζυγος του Iancu Sasul ήταν η Μαρία Παλαιολογίνα), καθώς και ηγεμόνες, μεταξύ των οποίων ο πιο γνωστός ήταν ο Iacob Heraclid [Ιάκωβος Ηρακλείδης] (1561-63). Επισημαίνεται επίσης η συγγένεια μεταξύ των εγκατεστημένων Ελλήνων και των αρχόντων ομογενών: η κόρη της Chiajnα παντρεύτηκε μια φορά με έναν Καντακουζηνό και την δεύτερη φορά με έναν Παλαιολόγο (μετά το 1564), ένας έμπορος από τα Ιωάννινα γίνεται γαμπρός του Petru Şchiopul (μετά το 1589)[4] κ.ο.κ.
Μεταξύ των οικογενειών που εγκαθίστανται στις Ρουμανικές Χώρες τον 16ο αιώνα και πολιτογραφούνται έναν αιώνα αργότερα, συγκαταλέγονται οι Καντακουζηνοί (με πολλούς κλάδους στη Βλαχία και Μολδαβία), οι Καταρτζήδες/ Catargii (επίσης με δύο κλάδους), οι Παλαιολόγοι/ Paleologii, οι Ρουσετέστιοι/ Ruseteştii. Μεγαλοκτηματίες και άρχοντες πολυάριθμων φόρου υποτελών σε αυτούς χωριών, έχτισαν δημόσια κτίρια θρησκευτικής λατρείας και τις δικές τους αγροτικές επαύλεις (τα κονάκια των Καντακουζηνών στην Μεσαία Πράχοβα). Δεν είναι γνωστό επίσης, εάν εκτός από τα χρηματικά ποσά που επένδυσαν, είχαν και άλλου είδους παρέμβαση (κτιριολογικό πρόγραμμα, εικόνα /μορφή των κτιρίων). Με βεβαιότητα όμως μπορεί να υποστηριχθεί ότι το εργατικό δυναμικό και τα υλικά θα πρέπει να ήταν τοπικά.
Οι σχέσεις των Ρουμανικών Χωρών με την Υψηλή Πύλη αλλάζουν μετά την πτώση της Ουγγαρίας (1526), μετατρεπόμενες μετά σε πασαλίκι, ομοίως και το Banat [Μπανάτ], (1552) και την υποβολή της Τρανσυλβανίας (αυτόνομο βοεβοδάτο) υπό την προστασία των Οθωμανών. Είναι η στιγμή που γίνεται μνεία των Ελλήνων στο Sibiu [Σιμπίου] και είναι γνωστή μία ελληνική «οδός» στην Oradea [Οράντεα], ενέργειες που απορρέουν από τις διατάξεις της Συνθήκης που υπογράφηκε στο Târgu Mureş (1551). Η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρίσκεται στο αποκορύφωμα της δύναμής της: τα στρατεύματα του Σουλεïμάν του Μεγαλοπρεπούς κατακτούν προσωρινά την πρωτεύουσα της Μολδαβίας, θέτοντας στην κατοχή τους αργότερα και τη Βραΐλα, η οποία καθίσταται υποτελής στον οθωμανικό ζυγό (1541). Κατά συνέπεια, η Συνέλευση των Βογιάρων χάνει το δικαίωμα της επιλογής ηγεμόνα και ο Mircea Ciobanul γίνεται ο πρώτος Ρουμάνος ηγεμόνας που διορίστηκε άμεσα από την Υψηλή Πύλη (στην Ουγγροβλαχία, το 1545).
Επί της ουσίας, πέρα από τους Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στα ρουμανικά εδάφη από πριν (εν μέρει προσαρμοσμένοι με το ρουμανικό περιβάλλον), γίνεται σταδιακά περισσότερο αισθητή η παρουσία εκείνων από την Κωνσταντινούπολη, συχνά εμπλεκόμενων στον διορισμό ή στη δολοφονία ηγεμόνων της Μολδαβίας ή της Ουγγροβλαχίας. Ο 16ος και 17ος αιώνας θα σημαδευτούν από τις διαφωνίες και τις διαμάχες μεταξύ των τοπικών αρχόντων Βογιάρων (στις οποίες συμμετείχαν και οι εγκατεστημένοι Έλληνες) και των νέων μεταναστών, λιγότερο εξοικειωμένων αλλά με δυνατότητα προσαρμογής στις παραδόσεις του ρουμανικού πληθυσμού, επηρεάζοντας τον ηγεμόνα (με τις εύνοιες που αυτός μπορεί να εξασφαλίσει στην Υψηλή Πύλη).
Ο Petru Şchiopul στη Μολδαβία και ο Petru Cercel στην Ουγγροβλαχία φιλοξενούν πολλούς Έλληνες προερχόμενους από την Κωνσταντινούπολη, διορισμένους σε καίριες θέσεις (θησαυροφύλακες, τελωνειακοί, διαχειριστές), αξιώματα που κατείχαν μέχρι τότε μόνο σημαντικοί βογιάροι. Την ίδια πολιτική εφάρμοσαν -σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό- οι: Radu Mihnea, Alexandru Iliaş και Leon Tomşa (ηγεμόνας τόσο της Βλαχίας όσο και της Μολδαβίας στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα). Η εφαρμογή της πολιτικής αυτής είχε ως συνέπεια επί Matei Basarab και Vasile Lupu (καταγόμενου από την Ήπειρο, πεπεισμένου για τη βυζαντινή του καταγωγή) η σύγκρουση μεταξύ των ντόπιων βογιάρων και Ελλήνων από το περιβάλλον του ηγεμόνα να φθάσει στο αποκορύφωμά της. Ωστόσο, παρά τις αντιδράσεις, και οι δύο ηγεμόνες συνέχισαν να συγκεντρώνουν γύρω τους (με πιο διακριτικό τρόπο) υψηλόβαθμους υπαλλήλους με καταγωγή από τον ελληνικό κόσμο, υποστηρίζοντας με διάφορα μέσα την Ανατολική Ορθοδοξία. Ο Matei Basarab συνεργάζεται με τον Μητροπολίτη Γρηγόριο (ενθρονισμένο στα 1629) ενώ ο Vasile Lupu στηρίζει τις θέσεις του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων και τους Έλληνες ιερείς στη Μολδαβία (1645).[5]
Αυτοί που έρχονται, ανεγείρουν-ιδρύουν με τη σειρά τους κτίρια θρησκευτικής λατρείας όπως την επονομαζόμενη «εκκλησία των Ελλήνων» στο Βουκουρέστι, με ανάδοχο τον Μπαν -αρχηγό της περιοχής - Ghiorma [Γκιόρμα] (1574) ή την εκκλησία της Αγίας Τριάδος στη Σλάτινα, στη Βλαχία (1645). Στην πρωτεύουσα της Μολδαβίας ανακατασκευάζεται από έναν Κύπριο μοναχό με την υποστήριξη του Γεωργίου, αρχιτέκτονα από την Κωνσταντινούπολη, η περίφημη εκκλησία του Αγίου Σάββα (1625). Κατά κάποιο τρόπο, οι νεότεροι ανταγωνίζονται τους ήδη αφομοιωμένους μετανάστες, οι οποίοι, όπως οι Μολδαβοί Καντακουζηνοί, συνεχίζουν το έργο εμπλουτισμού των οικισμών γύρω από τη Suceveα [Σουτσεάβα] και το Ιάσιο με εκκλησίες και κατοικίες αρχόντων (στα μέσα του 17ου αιώνα). Η ίδια διαδικασία απαντάται και στο Herăşti, με τη διαφορά ότι οι βογιάροι του τόπου χτίζουν τα κονάκια τους με κωνσταντινοπολίτικη αρχιτεκτονική μορφολογία (1650). Αν και δεν υπάρχουν στοιχεία για τους κατασκευαστές, αντιθέτως είναι γνωστά τα ονόματα κάποιων Ελλήνων ζωγράφων και διακοσμητών όπως του Σταματέλου Κοτρόνα, ο οποίος δραστηριοποιείται στη Μολδαβία επί Alexandru Lăpuşneanu, του ζωγράφου Μηνά που αγιογραφεί την εκκλησία του Buzesti Căluiul ή του Νικόλαου Κρητικού, διακοσμητή ενός παρεκκλησίου στο Târgu Mureş (1599) και του Γιώργου από τα Ιωάννινα που συνδέει το όνομά του με το μοναστήρι Cetăţuia, το 1675).
Κατά παρόμοιο τρόπο δραστηριοποιούνται και πολλοί έμποροι, που διασχίζουν τις Ρουμανικές Ηγεμονίες και οι οποίοι ενδιαφέρονται για τη χρήση (αγορά) εμπορικών ακινήτων χρηματοδοτώντας επίσης κτίρια λειτουργικού χαρακτήρα (π.χ. το χάνι χτισμένο στο Βουκουρέστι από τον Παναγιώτη Νικούσιο Μαμωνά, 1672, σειρές μαγαζιών κτλ.) Η αρχιτεκτονική με εμπορική λειτουργία αναπτύσσεται στις πόλεις και τις εμποροπανηγύρεις, στις εμπορικές οδούς (Botoşani, Galaţi, Babadag, Βουκουρέστι), σε περιοχές κατοικημένες και από Έλληνες.[6] Η συμμετοχή αυτών στην αστική ζωή της Τρανσυλβανίας υπήρξε πιο περιορισμένη, λόγω του καθεστώτος που επιβλήθηκε στις εμπορικές επιχειρήσεις με βάση το έγγραφο που εκδόθηκε από τον Πρίγκιπα Gheorghe Rakoczi (1639). Καθ’ όσον οι ξένοι Σουδίτες προνομιούχοι [7] δεν είχαν ελεύθερη πρόσβαση στις πόλεις της Τρανσυλβανίας (ειδικά σε αυτές που ήσαν οργανωμένες από το σαξονικό Πανεπιστήμιο), οι εμπορικές κοινότητες εγκαταστάθηκαν στις περιφέρεις των πόλεων αυτών (όπως είναι η περίπτωση της συνοικίας Schei του Μπρασόβ).
Ο ελληνικός πολιτισμός/ η ελληνική κουλτούρα διαχέονται όμως και μέσω των σχολείων που ιδρύθηκαν από ηγεμόνες (ο Βασίλε Λούπου δημιουργεί το Κολλέγιο του ναού των «Τριών Ιεραρχών» του Ιασίου, ο Ματέϊ Μπασαράμπ εγκαινιάζει στην πόλη Târgoviste το Ελληνικό και το Λατινικό Σχολείο), όπου φέρνουν κατά κανόνα διευθυντές και καθηγητές σπουδαγμένους στο ελληνικό περιβάλλον. Ο ρόλος των πολλαπλασιαστών αυτών των σχολείων με γλώσσα παράδοσης την ελληνική δεν μπορεί να περιγράφει στη σωστή του διάσταση, εάν δεν καταγραφεί η δυναμική του διδακτικού προσωπικού, το σχολικό πρόγραμμα, η πορεία/ εξέλιξη των μελλοντικών αποφοίτων κτλ.
2.3. Η μεταμεσαιωνική εποχή. Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο. Η φαναριώτικη ηγεμονία. Στόχοι, μέσα, προβλήματα. Ειδικές συμβολές (κανονισμοί, τεχνικές, υλοποιήσεις κτλ.) Βογιάροι, καθηγητές, υπάλληλοι, Έλληνες μάστοροι. Τα ελληνικά σχολεία, τα αναθήματα των μοναστηριών.
Η ελληνική παρουσία στο επίπεδο των θρησκευτικών θεσμών αποκτούσε συχνά βαρύτητα μέσω διοικητικών μέτρων, όπως η εγκαθίδρυση του Leon Tomşa, ο οποίος απαιτεί η εκλογή των αρχιερέων να γίνει στη χώρα (1631) ή το χρυσόβουλο του Matei Basarab [Ματέι Μπασαράμπ] (1639) για τον περιορισμό του αριθμού των αφιερωμένων μοναστηριών. Η εξισορρόπηση λαμβάνει χώρα συμπεριλαμβανομένων των πολιτισμικών μεταφορών από την Τρανσυλβανία, την Πολωνία και τον Καύκασο. Τα ελληνικά αντανακλαστικά -πιο ταπεινά, στον τομέα της αρχιτεκτονικής και της οικοδόμησης των πόλεων- εξηγούν γιατί πολλοί ηγεμόνες και βογιάροι απευθύνθηκαν σε Γερμανούς μάστορες από την Τρανσυλβανία (από τον Ştefan cel Mare έως τον Radu Şerban) ή γιατί ο Μητροπολίτης Anastasie Crimca (1609) ή ο Vasile Lupu χρησιμοποίησαν καυκάσιους μάστορες.
Έτσι λοιπόν, την περίοδο της πλέον επίμονης πίεσης της Πύλης, σε σχέση με την έντονη παρουσία των Ελλήνων Κωνσταντινοπολιτών, οι Ρουμανικές Χώρες εντάσσονται σε μια ευρύτερη πολιτισμική περιοχή, που θα επεκταθεί προς το τέλος του 17ου αιώνα. Είναι η στιγμή που τα περιθώρια ελιγμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (σε ύφεση μετά την αποτυχία της πολιορκίας της Βιέννης, το 1683) καθίστανται σταδιακά πιο περιορισμένα με την ανάπτυξη της Αυστρίας βορειοδυτικά και της Ρωσίας βορειοανατολικά.
Κάτω από την επιρροή της γειτνίασης με την Αυτοκρατορία των Αψβούργων, στην Τρανσυλβανία βελτιώνεται το καθεστώς των Ελλήνων εμπόρων με την ίδρυση της Κομπανίας του Μπρασόβ, το 1678, την άδεια οικοδόμησης μίας ελληνικής εκκλησίας κοντά στο Σιμπίου, το 1690, και τελικώς, από την εγκατάσταση της αυστριακής διοίκησης, με την εξασφάλιση της αυτοκρατορικής προστασίας, το 1701. Αλλά και στη Μολδαβία και τη Βλαχία, παρά τις παλιές διαφορές, οι Έλληνες κατορθώνουν να ενισχύσουν τις θέσεις τους.
Κατά τη διάρκεια της εξουσίας των τελευταίων γηγενών ηγεμόνων, συνεχίζεται η ενσωμάτωση των Ελλήνων με διαφόρους τρόπους: με τη σύναψη γάμου (ο Ηπειρώτης Γεώργιος Δούκας παίρνει ως σύζυγο την κόρη του Ηγεμόνα Eustratie Dabija [Ευστρατίου Νταμπίζα], κάποιος Scarlat Mavrocordat [Σκαρλάτ Μαυροκορδάτος] παντρεύεται μία από τις κόρες του Constantin Brâncoveanu [Κωνσταντίν Μπρανκοβεάνου]), με την απόκτηση θέσεων υψηλών αυλικών αξιωμάτων (Iane Hadîmbu [Ιωάννης Χαντίμπου], ανώτερος διοικητικός υπάλληλος, ο Hristea Karydis [Χρήστος Καρύδης] Μέγας Θησαυροφύλακας), με την ένταξη στις τάξεις των βογιάρων (ο ζωγράφος Γεώργιος από τα Ιωάννινα αγόρασε κτήματα κοντά στο Bacău) κτλ. Όσοι ενσωματώθηκαν στην τάξη των βογιάρων, θα ενδιαφερθούν να χτίσουν εκκλησίες και κονάκια για να αποδείξουν τις προθέσεις ενσωμάτωσής τους (ο Mihai Cantacuzino [Μιχάι Καντακουζηνός] μόνο στο Βουκουρέστι χτίζει την εκκλησία του μοναστηριού Colţea, το 1698, το ναό του Fundenii Doamnei, το 1699, με γύψινο διάκοσμο κωνσταντινοπολίτικης τεχνοτροπίας και την εκκλησία Zlătari, το 1705).
Σημαντικοί ορθόδοξοι αρχιερείς (ο Διονύσιος Ιβηρίτης/ Dionisie Iviritul, Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας μετά το 1672) συνεχίζουν, αλλά με μειωμένο ρυθμό, την πολιτική ανοικοδόμησης λατρευτικών κτισμάτων παράλληλα με την ενασχόληση της στήριξης των μοναστηριών του Αγίου Όρους και του Σινά (τον καιρό του Constantin Duca [Κωνσταντίνου Δούκα], γύρω στο 1700, αφιερώθηκαν στον Πανάγιο Τάφο τα μοναστήρια Galata, Αγίου Σάββα, Barnovschi του Ιασίου, Caşin, Tazlău, Hlincea κ.ά.). Μεγάλη ώθηση γνώρισε στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα η ηγεμονική παιδεία: ο Σερμπάν Καντακουζηνός/ Şerban Cantacuzino ίδρυσε το Ελληνικό Σχολείο του Αγίου Σάββα , το 1679, το οποίο αναπτύχθηκε και ενισχύθηκε κατόπιν επί Constantin Brîncoveanu [Κωνσταντίνου Μπρινκοβεάνου], με τη μετατροπή του σε Ηγεμονική Ακαδημία, το 1695. Ο Antioh Cantemir [Αντίοχος Καντεμίρ] ιδρύει το 1707 την Ηγεμονική Ακαδημία του Ιασίου. Συνάμα με την διδακτική δραστηριότητα, διακεκριμένοι Έλληνες μελετητές (Σεβαστός Κυμηνίτης, Ιωάννης Καρυοφύλλης), εκδίδουν σημαντικές μελέτες ηθογραφικού, ιστορικού και θρησκευτικού περιεχομένου, συνεχίζοντας τη διάδοση του ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού.[8]
Είναι ενδιαφέρον ότι πριν από τη λήψη της απόφασης από την Υψηλή Πύλη για απ’ ευθείας διοίκηση της Μολδαβίας και της Βλαχίας, αυτές διοικήθηκαν από δύο εκ των πλέον ξεχωριστών ηγεμόνων, τον Δημήτριο Καντεμίρ/ Dimitrie Cantemir (1710-1711) και τον Κωνσταντίνο Μπρανκοβεάνου/ Constantin Brâncoveanu (1688-1714). Ο πρώτος (σπουδαγμένος στην Ακαδημία του Οικουμενικού Πατριαρχείου) γνώρισε εξ αρχής την ελληνική κωνσταντινοπολίτικη κουλτούρα, αλλά προτίμησε να συγγράψει τα έργα του στα λατινικά και τα ρουμανικά. Η προδοσία του (σε συνεννόηση με τον Μεγάλο Πέτρο) οδήγησε τον σουλτάνο να διορίζει στη Μολδαβία, μεταξύ των ετών 1711-1821, μόνον ηγεμόνες από τους Έλληνες διοικητικούς υπαλλήλους του Φαναρίου, της χριστιανικής συνοικίας της Κωνσταντινούπολης.
Ο αντίπαλός του, Κωνσταντίν Μπρανκοβεάνου/ Constantin Brâncoveanu, φλέρταρε όχι τόσο με τη Ρωσία όσο με την Αυστρία (επονομάσθηκε «αυτοκρατορικός πρίγκιπας» το 1695), γεγονός που επέφερε, τελικώς, την εκτέλεσή του. Στην αυλή του υπήρχαν πολλοί αυλικοί, ιατροί, Έλληνες μελετητές, αλλά ο πρώτος του γραμματέας (και συγγραφέας της ιστορίας της ηγεμονίας του) ήταν ένας Ιταλός, ο Antonio del Chiaro. Επίσης ο Μπρανκοβεάνου διόρισε στη θέση του μητροπολίτη έναν Γεωργιανό, τον Άνθιμο Ιβηρίτη (Antim Ivireanul) και προτίμησε να χρησιμοποιήσει για τα κοσμικά του οικοδομήματα (τα ανάκτορα στο Potlogi, το 1698, και στο Mogoşoaia, το 1702) μάστορες κατασκευαστές, οι οποίοι υιοθετούσαν τις αρχιτεκτονικές τάσεις που εκπορεύονταν από τον κόσμο της δαλματο-βενετικής Αναγέννησης.
Η επονομαζόμενη μπρινκοβένικη αρχιτεκτονική άφησε την σφραγίδα της και στο συγκρότημα του μοναστηριού Văcăreşti, το οποίο ανεγέρθηκε από τον πρώτο Φαναριώτη ηγεμόνα της Βλαχίας, τον Νικόλαο Μαυροκορδάτο, το 1716. Με άλλα λόγια, ο νέος ηγεμόνας δεν έρχεται με την ομάδα μαστόρων από την Κωνσταντινούπολη, αλλά απευθύνεται στους μαστόρους των προκατόχων του (πρόκειται για τις ομάδες μαστόρων που εργάστηκαν στα μοναστήρια Hurezu και Antim στο Βουκουρέστι, στον βαθμό που, με σημαντική απλούστευση, χαρακτηρίζει τα κοσμικά και θρησκευτικά κτίρια στην Plumbuita, Brebu, Coţofeni, Câmpulung. Αυτά αντιγράφηκαν από ζωγράφους και αγιογράφους της Σχολής Hurez, που διευθύνονταν από τους Έλληνες Κωνσταντίνο και Ιωάννη. Στο Ιάσιο εργάστηκαν άλλοι ζωγράφοι, Έλληνες από τα Ιωάννινα, οι αδερφοί Μιχάλης, Γεώργιος και Δήμος.[9]
Οι Φαναριώτικες Ηγεμονίες στη Μολδαβία και τη Βλαχία επηρεάζουν μόνο έμμεσα, σε κεντρικό και κυρίως σε τοπικό επίπεδο, την αρχιτεκτονική παραγωγή και την αστική ανάπτυξη με νομικές αποφάσεις, δάνεια και δωρεές, ενίοτε δε με προγράμματα. Οι ηγεμόνες από τις οικογένειες Μαυροκορδάτου, Υψηλάντη, Καρατζά ασχολούνταν κυρίως με οικονομικές, διοικητικές και υγειονομικές μεταρρυθμίσεις, ανάμεσα στις οποίες και μερικές αστικού χαρακτήρα. Σημαντικά είναι τα σχέδια του αστικού κώδικα του Μιχαήλ Φωτεινού (1765), απευθυνόμενα στον Ştefan Racoviţă καθώς και οι προσπάθειες οριοθέτησης του Βουκουρεστίου (1788) από τον Νικόλαο Μαυρογένη (προσπάθεια που συνοδεύθηκε από σχέδια χωροταξικής αναδιοργάνωσης) και τον Constantin Hangerli [Κωνσταντίνο Χανγκερλή] (1798). Πάλι μετά από αίτημα των ηγεμόνων, πραγματοποιούνται οι πρώτες καταγραφές (Ιάσιο 1774, Βουκουρέστι 1794) και απογραφές πληθυσμού (Βλαχία, 1774), με προσπάθεια εισαγωγής κάποιων αστικών κανόνων, όσον αφορά τα υλικά δομής και το πλάτος των δρόμων (1819). [10]
Έναν νέο τομέα για τη διοίκηση των Ηγεμονιών αποτελεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων, είτε με την προσέλκυση επενδυτών είτε με την έκδοση αδειών λειτουργίας. Στη Βλαχία οργανώνεται το τελωνείο, το 1773, αποκτώντας αργότερα, το 1778, σταθερό κτίριο. στη συνέχεια οργανώνονται οι ταχυδρομικοί σταθμοί, το 1781. Λειτουργούσε επίσης μια βιοτεχνία τσόχας, στο Afumati, το 1742, μία χαρτοποιΐα στο Fundeni, το 1768 και μια άλλη στη Batiştea, το 1776. Στην πρωτεύουσα θυμίζουμε την ηγεμονική κηροποιΐα, το 1792, τους μύλους με άλογα στην άκρη της γέφυρας Mogoşoaiei, το 1794 και το εργοστάσιο ζυμαρικών στο Văcăreşti, το 1799. Στη Μολδαβία υπάρχουν λιγότερες αναφορές: στο Ιάσιο λειτουργούσε μία τσοχοποιΐα, το 1776, ένα εργοστάσιο μπύρας, το 1783 και ένα εργοστάσιο ζυμαρικών, το 1806, ενώ στο Γαλάτσι δραστηριοποιούνταν ένα εργοστάσιο μακαρονιών, το 1811. Πολλοί από τους αιτούντες άδεια λειτουργίας από την Ηγεμονία, ήταν ντόπιοι και ξένοι προνομιούχοι Σουδίτες (προερχόμενοι κυρίως από την Αυτοκρατορία των Αψβούργων).
Ενδιαφέρον εκδηλώθηκε από τους ηγεμόνες και για επενδύσεις σε οικοδομήματα θρησκευτικής λατρείας (η Scarlat Ghica [Σκαρλάτ Γκίκα] για τον «Άγιο Σπυρίδωνα» τον νέο, το 1765, η Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, τη νέα εκκλησία της Ηγεμονίας, το 1776 κτλ.) Γενικά, πάντως, το πρόγραμμα της οικοδόμησης κτιρίων θρησκευτικού χαρακτήρα συνεχίστηκε από μητροπολίτες και επισκόπους (στη Βλαχία ο Μητροφάνης, μετά το 1716, ο Φιλάρετος Μιχαϊλίτσης, το 1753-56, ο Φιλάρετος από τα Μύρα, μετά το 1793, ο Δοσίθεος Φιλίττης, 1792-94, στη Μολδαβία ο Νικηφόρος από την Πελοπόννησο, το 1793), περιορισμένο –είναι αλήθεια- σε επεκτάσεις και επιδιορθώσεις. Κατασκευάσθηκαν ναοί συντεχνιών (Isnafuri, από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, το 1782) καθώς και οι εκκλησίες Olari, Manea Brutaru ή ιδιωτικές ιδιοκτησίες, όπως η Μονή Καλογραιών, το 1726, και τα δύο στο Βουκουρέστι.
Περισσότερο από τα κτίρια λατρείας, τα οποία εν μέρει κληρονομήθηκαν από το παρελθόν, οι Φαναριώτικες Ηγεμονίες διακρίνονται για την επέκταση των δημοσίων κτιρίων: κατασκευάζονται χάνια (Σταυρουπόλεως, το 1724, Παπάζογλου, το 1785, Νταμάρης, το 1793, στο Βουκουρέστι), το Μπεζεστένι του Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτου (Βουκουρέστι, 1740), νοσοκομεία (Άγιος Σπυρίδων, Ιάσιο, 1763, Άγιος Παντελεήμων πλησίον του Βουκουρεστίου), πηγάδια και κρήνες (στο Spiridonie και στο μοναστήρι Golia στο Ιάσιο, το 1776, στο μοναστήρι Μαυρογένη, στο Βουκουρέστι). Στο Ιάσιο, ο Mihai Racovită [Μιχαήλ Ρακοβίτσα] (1723) και ο Αλέξανδρος Μουρούζης(1806) ανακαίνισαν το ηγεμονικό ανάκτορα μετά από τις δύο εκδηλούμενες πυρκαγιές. Μεταξύ των κοσμικών εργασιών μεγάλων διαστάσεων στο Βουκουρέστι απαριθμείται η νέα ηγεμονική αυλή, χωροθετημένη στα δυτικά της πόλης, κτισμένη από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη (1771-76). Κοντά στο παλάτι χτίστηκε με προτροπή της συζύγου του ηγεμόνα, η νέα ηγεμονική εκκλησία (Αγίας Μάρτυρος Αικατερίνης) σύμφωνα με τα σχέδια ενός Έλληνα μάστορα, του Σπυρίδωνα Μακρή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον δείχνουν οι φαναριώτες ηγεμόνες και οι μητροπολίτες για την εκπαίδευση (προφανώς, για την ανώτερη εκπαίδευση σε ελληνική γλώσσα αλλά και για τη βασική στην ρουμανική). Παράλληλα με την υποστήριξη της συντήρησης των κληροδοτημάτων σχολείων (Ιωάννης Καλλιμάχης/ Ioan Callimachi, Ιάσιο, 1758) πραγματοποιούνται και επεκτάσεις (Βουκουρέστι Άγιος Σάββας, 1761) και νέες έδρες (στο Ιάσιο, με τον Γρηγόριο Β΄ Γκίκα). Ταυτόχρονα ελήφθη μέριμνα για τον εκσυγχρονισμό του αναλυτικού προγράμματος και του τρόπου διδασκαλίας, τη δημιουργία βιβλιοθηκών (μητροπολιτική), την ίδρυση τυπογραφείων (1767, Βουκουρέστι), προσλαμβάνοντας καθηγητές, μεταξύ των οποίων κάποιους σημαντικούς λογίους της εποχής. Η εξωσχολική δραστηριότητα αυτών συγκεκριμενοποιήθηκε σε σημαντικά έργα για τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού/ κουλτούρας, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή.
Ο 18ος αιώνας στην Τρανσυλβανία αντιπροσωπεύει επίσης μία περίοδο, κατά την οποία οι Έλληνες μετανάστες χαίρουν της προσοχής της αυτοκρατορικής αυλής. Μετά την παραχώρηση της αυστριακής υπηκοότητας (1742), η Μαρία Θηρεσία εκχωρεί στους Έλληνες εμπόρους το 1777 μια σειρά από προνόμια, έμπρακτη απόδειξη του ενδιαφέροντος για προσέλκυση του ενεργού και εξειδικευμένου πληθυσμού από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το ενδιαφέρον της αυτοκρατορικής αυλής για τους Έλληνες της Τρανσυλβανίας αποδεικνύεται και με την διευκόλυνση στην οργάνωση κομπανιών (Banat [Μπανάτ], 1725), την ίδρυση σχολείων (Σιμπίου, 1766, Μπρασόβ, 1799, Τιμισοάρα, Όρσοβα) και την κατασκευή εκκλησιών (Μπρασόβ, 1787).
2.4.Νεότεροι χρόνοι. Η Φιλική Εταιρεία στις Ρουμανικές Χώρες - Ηγεμονίες. Επιδράσεις μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Ο προσανατολισμός των Ρουμανικών Χωρών προς την Ευρώπη. Η φιλελευθεροποίηση το μολδοβλαχικού εμπορίου. Διαδρομές και σταθμοί. Οι ελληνικές κομπανίες. Η οργάνωση των ελληνικών κοινοτήτων στα βόρεια του Δουνάβεως. Η κρατικοποίηση των αφιερωμένων μοναστηριών.
Ο 19ος αιώνας ξεκινά με την Επανάσταση του Tudor Vladimirescu [Τούντορ Βλαντιμιρέσκου], αρχικά σε συνάρτηση με το κίνημα της Φιλικής Εταιρείας (1821). Είναι η στιγμή κατά την οποία, υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, η Οθωμανική Αυτοκρατορία καταστέλει το φαναριώτικο καθεστώς στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Το αποτέλεσμα ήταν η αισθητή μείωση του ελληνικού πληθυσμού, ειδικά των ανώτερων αξιωματούχων και των ανθρώπων της διοίκησης και λιγότερο του εκκλησιαστικού τομέα. Η έξοδος θα συνεχιστεί κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων με τους Οθωμανούς και μετά την διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ελλάδας, το 1822. Όμως, παράλληλα με την απελευθέρωση του εμπορίου με τη Συμθήκη της Αδριανούπολης, οι έμποροι -ειδικά οι εφοπλιστές- βρίσκοντας ευνοϊκό έδαφος για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων, συσπειρώνονται στην αλυσίδα των πόλεων-λιμανιών της Δουνάβεως, μονοπωλώντας εν μέρει τον στόλο και το χονδρικό εμπόριο.[11]
Η εγκαθίδρυση ρωσικής διοίκησης υπό τον Στρατηγό Pavel Kiselleff (1831) επιφέρει ριζικές μεταρρυθμίσεις στις Ρουμανικές Χώρες (Οργανικός Κανονισμός). Η τάση της αποκατάστασης του ρόλου του τοπικού πληθυσμού σε όλους τους κοινωνικο-οικονομικούς τομείς μεταφράζεται με την τροποποίηση της νομοθεσίας που αφορά τους ξένους μετανάστες. Αυτοί μπορούν τώρα να εξασφαλίσουν την εγκατάσταση/αφομοίωση με την παρέμβαση κάποιων συνθηκών, όπως το δικαίωμα κτήσεως γης κατά το πλείστον. Ήταν φυσικό οι νέοι γηγενείς ηγεμόνες να απευθύνονται σταδιακά στους ανώτερους αξιωματούχους, λογίους, υψηλόβαθμους ιερωμένους ή τοπικούς μάστορες, διαδικασία η οποία θα εξελίσσεται συγχρόνως με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων από την Ηγεμονία προς τις εδαφικές διοικητικές ενότητες.
Αυτές οι μεταμορφώσεις δεν εμποδίζουν τον εναπομείναντα ελληνικό πληθυσμό να συγκεντρώνεται περισσότερο (ειδικά μετά την απελευθέρωση της ναυσιπλοΐας στον Δούναβη, το 1856) σε ορισμένες πόλεις, όπως η Βραΐλα (που έγινε ελεύθερη ζώνη το 1836) το Γαλάτσι, η Τούλτσεα κ.ά., όπου οργανώνεται και νοικοκυρεύεται με τα δικά του ίδια μέσα. Στις αναφερθείσες πόλεις ο ελληνισμός κατασκευάζει εκκλησίες (Βουκουρέστι, 1841, Τούλτσεα, 1854), σχολεία (Βραΐλα, 1832, Γαλάτσι, 1857), νοσοκομεία και άλλα κοινοτικά κτίρια από δικά του εισοδήματα, από τα οποία ένα μέρος αποστέλλεται στην Ελλάδα (που ανοίγει στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα προξενεία και αποστολές το 1841), για την οικοδόμηση παρόμοιων έργων. Κάνουν επίσης την εμφάνισή τους ιδιωτικά σχολεία, τυπογραφεία, έδρες τραπεζών (Βραΐλα, 1845), ναυτιλιακές εταιρείες (1858), βιομηχανικά κτίρια ή προφανώς και ιδιωτικές κατοικίες. Ο ελληνικός πληθυσμός στα νότια των Καρπαθίων καταβάλλει προσπάθειες να ακολουθήσει το παράδειγμα των κοινοτήτων της Τρανσυλβανίας και του Banat, που είναι συσπειρωμένες γύρω από εμπορικές εταιρείες/ κομπανίες.
Το 1859 η Μολδαβία και η Βλαχία ενώνονται κάτω από το σκήπτρο του Alexandru Ioan Cuza [Αλέξανδρου Ιωάννη Κούζα], καταγομένου από το Γαλάτσι. Έναν χρόνο αργότερα (1860) εκδίδεται διάταγμα, βάσει του οποίου οι ελληνικές κοινότητες δύνανται να συσταθούν νόμιμα, ως νομικά πρόσωπα, με δικαίωμα οικοδόμησης στην Τούλτσεα κτιρίων γενικού ενδιαφέροντος (Βραΐλα, 1863, Γαλάτσι, 1864, Βουκουρέστι, 1874). [12]
Η εκκλησία του Γαλατσίου εξασφαλίζει άδεια οικοδόμησης το 1865. στην Κωστάντζα οι διαδικασίες για την ανέγερση εκκλησίας ξεκινούν το 1866, ενώ στη Βραΐλα η ελληνική εκκλησία λειτουργεί το 1872. Ακολουθεί η ανέγερση των κοινοτικών σχολείων στη Βραΐλα, το 1866 και στην Κωστάντζα το 1875, πλάι σε άλλα ιδιωτικά.
Το 1863 η κυβέρνηση του Mihail Kogălniceanu [Μιχαήλ Κογκαλνιτσεάνου] εκδίδει νόμο που προβλέπει την κρατικοποίηση των περιουσιών των μοναστηριών (σε μεγάλη πλειοψηφία ανήκοντα σε μοναχικά συγκροτήματα του Άθωνα, του Σινά και των Ιεροσολύμων), ο οποίος θα αντικαταστήσει τα φιρμάνια της τουρκικής διοίκησης του 1822 και 1827. Καθώς τα περισσότερα μοναστήρια διοικούνταν από Έλληνες μοναχούς, προκαλείται μία ακόμη έξοδος με συνακόλουθες επιπτώσεις: από τη μια μεριά πολλά συγκροτήματα θα εγκαταλειφθούν ερειπωμένα, με αξιοσημείωτες οικονομικές ζημίες και από την άλλη, τα ακίνητα αποθέματα διανέμονται προς όφελος ενός περιορισμένου αριθμού ευνοημένων, χωρίς να έχουν όλα την προγενέστερη χρήση τους.[13]
Η αισθητή μείωση της ελληνικής παρουσίας στο επίπεδο των θρησκευτικών θεσμών, ο περιορισμός της εμπλοκής τους στην παιδεία από κοινού με την ανάπτυξη ενός δικτύου σχολείων όλων των βαθμίδων με γλώσσα διδασκαλίας τη ρουμανική, βάσει του νόμου για την εκπαίδευση του 1864 (παράλληλα με το άνοιγμα σχολείων, οικοτροφείων γαλλικών και γερμανικών κτλ.) εξισορροπείται με την αύξηση του ρόλου των ελληνικών κοινοτήτων στον βιομηχανικό-τραπεζικό τομέα.
Το 1864 οι Έλληνες κατείχαν περίπου το 2,0% του συνόλου της ελαφράς βιομηχανίας και αυτής των τροφίμων, ενώ από το σύνολο των πλοίων που αγκυροβολούσαν στα λιμάνια της Βραΐλας και του Γαλατσίου περίπου το 48,0% ήταν ελληνικά (1841) και ένας σημαντικός αριθμός από εργοστάσια και τράπεζες βρίσκονταν υπό ελληνική ιδιοκτησία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στους κόλπους των ελληνικών κοινοτήτων αναδείχθηκαν πολύ πλούσιοι άνθρωποι, όπως ο Απόστολος Αρσάκης, ο Παναγής Χαροκόπος, ο Ευάγγελος Ζάππας, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τις περιουσίες τους και για φιλανθρωπικούς σκοπούς (ίδρυση και στήριξη σχολείων στη Ρουμανία και την Ελλάδα, χορηγίες προς τη Ρουμανική Ακαδημία, συνδρομή για την επαναδιοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, ανέγερση νοσοκομείων κ.ο.κ.).
Η παύση του Αλέξανδρου Ιωάννη Κούζα από τη θέση του ηγεμόνα και η ενθρόνιση στα Ηνωμένα Πριγκιπάτα του Carol I de Hohenzollern [Καρόλου Α΄ Χοχεντσόλερν] ενδυναμώνει τη θέση της Ρουμανίας στην περιοχή, θέση που επιβεβαιώνεται με τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας το 1877-78 (υποστηριζόμενο ηθικά και υλικά από τις ελληνικές κοινότητες) και την ανακήρυξη της Ρουμανίας ως βασίλειο, το 1881. Σε ανταπόδοση, αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα με δικαίωμα ιδιοκτησίας οι κοινότητες της Βραΐλας, Καλαφάτ/ Calafat, Κωστάντζας, Γαλατσίου, Τζιούρτζιου/ Giurgiu, Μανγκάλιας/ Mangalia, Τούλτσεα/ Tulcea και Σουλίνα/ Sulina. Οι σχέσεις των Ελλήνων υπηκόων με την πλειονότητα του πληθυσμού και με τις ρουμανικές αρχές είναι σε γενικές γραμμές καλές, με εξαίρεση το ζήτημα της κληρονομιάς του Ζάππα (1892) και την επίσημη αναγνώριση της ρουμανικής μειονότητας στην ευρωπαϊκή Τουρκία (νότια της πρώην Ρούμελης), το 1905, γεγονός που είχε ως δευτερεύουσα συνέπεια τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων της Ρουμανίας και της Ελλάδας μέχρι την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων.[14]
Διάφορες εξελίξεις παρατηρούνται και στην Τρανσυλβανία, όπου στο Μπρασόβ σχηματίζεται μία μεγάλη ελληνική κοινότητα: τα μέλη της εταιρείας/ κομπανίας διαθέτουν δική τους εκκλησία και σχολείο (ακόμη από το 1799, καταργούμενη ωστόσο το 1908), ενώ κεντρικές οδοί της πόλης κατοικούνται κυρίως από Έλληνες. Στο Σιμπίου, η κοινότητα ξαναχτίζει την εκκλησία που είχε υποστεί ζημιές από τον σεισμό του 1802, αλλά παύει να υφίσταται μετά την ένωση με την γερμανική εμπορική κοινότητα (1853). Αργότερα, οι Έλληνες παραχωρούν τον χώρο της εκκλησίας του Αγίου Αναστασίου για την ανέγερση της ορθόδοξης ρουμανικής μητρόπολης, το 1902.
Η μείωση της ελληνικής παρουσίας στη Ρουμανία είναι, ωστόσο, εμφανής: πολλές οικογένειες ενσωματώθηκαν και δραστηριοποιούνται δίπλα στην πλειοψηφία του πληθυσμού σε διάφορους τομείς της οικονομικής, επιστημονικής και πολιτιστικής ζωής. Δεν πρέπει να ξεχνούμε το γεγονός ότι τον 19ο αιώνα εμφανίζονται τα περισσότερα παραδείγματα άμεσης επιρροής στην αρχιτεκτονική μέσω των έργων που υπογράφει ο Ανδρέας Καρύδης, ο οποίος ανακατασκευάζει τον ιερό ναό στο Bărboi, το 1841, ο Γιάννης Θεοδωρίδης που δραστηριοποιείται στην Κωστάντζα, όπου οικοδομεί τον καθεδρικό ναό και το ελληνικό σχολείο (1867), ο Αβραάμ Ιωαννίδης, δημιουργός του καθεδρικού ναού στη Βραΐλα, το 1872 (αγιογραφημένη από τον Βελισάριο Παρασκευόπουλο), συμβουλευόμενος ο τελευταίος πολλούς άλλους αρχιτέκτονες, μεταξύ των οποίων και τον Αρμόδιο Γεωργαντόπουλο. Στο Βουκουρέστι αναφέρονται ο Τζιοβάννι Κουλούρης, καταγόμενος από την Κέρκυρα, αρχιτέκτονας των Σιδηροδρόμων και ο Αναστάσιος Μεταξάς, δημιουργός του εικονοστασίου/ τέμπλου της ελληνικής εκκλησίας, το 1902. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δραστηριοποιήθηκαν εδώ ο Αργύρης Κουλίνας (κατασκευαστής πολυκατοικιών στο Βουκουρέστι) και ο Κωνσταντίνος Ιώτζου/ Constantin Iotzu (Καθηγητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή, αρχιτέκτων δημοσίων κτιρίων), και οι δύο με ελληνική καταγωγή και ρουμανική ιθαγένεια. Σίγουρα, ο αριθμός των Ελλήνων σχεδιαστών και μαστόρων πρέπει να ήταν μεγαλύτερος, δεδομένης της ειδικής σφραγίδας ορισμένων πόλεων, όπως η Κωστάντζα και η Βραΐλα.[15]
2.5.Σύγχρονη εποχή. Βαλκανικοί Πόλεμοι. Επαναπροσδιορισμός των ρουμανο-ελληνικών σχέσεων. Η δημιουργία της Μεγάλης Ρουμανίας - ο νέος της ρόλος στην περιοχή. Βασιλικές συμμαχίες στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Ο τελευταίος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η κομμουνιστική διακυβέρνηση. Έλληνες πρόσφυγες και διωκόμενοι. Η περίοδος της μετάβασης, μετά το 1990.
Μετά από την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), η κατάσταση στα Βαλκάνια σταθεροποιείται για μερικές δεκαετίες. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελλάδα και η Ρουμανία υιοθέτησαν παρεμφερείς θέσεις, γεγονός που διευκόλυνε την κατοπινή διπλωματική προσέγγιση, οδηγώντας, μεταξύ άλλων, σε συγγένειες μεταξύ του ρουμανικού και του ελληνικού βασιλικού οίκου (1921), σε υπουργικές επισκέψεις και στην αύξηση των αμοιβαίων εμπορικών συναλλαγών. Για λόγους ασφαλείας και οι δύο χώρες γίνονται μέλη της Κοινωνίας των Ηνωμένων Εθνών (1920) και συγκροτούν τη Βαλκανική Συνεννόηση, το 1930. Αργότερα -και ειδικά κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- η Ρουμανία θα ακολουθήσει ξεχωριστή ιστορική διαδρομή, η οποία θα επηρεάσει τις διμερείς σχέσεις αλλά και τις ελληνικές κοινότητες που διαβιούν στο έδαφός της.
Ο ελληνικός πληθυσμός της Μεγάλης Ρουμανίας (που αντιπροσώπευε κάτι λιγότερο από το 1,0% στην απογραφή του 1930), προστατευόμενος από το νομικό πλαίσιο για τις μειονότητες που υπέγραψε η Ρουμανία στα Συνέδρια των Παρισίων, διαδραματίζει εν συνεχεία έναν οικονομικό κυρίως ρόλο (στον τομέα των ναυτιλιακών μεταφορών, του χονδρικού εμπορίου και των τραπεζικών συναλλαγών). Σε αυτό το πλαίσιο, λαμβάνουν χώρα σημαντικές επενδύσεις στον τομέα, αλλά και στη βιομηχανία και στον τομέα των ακινήτων (βάσει του πρωτοκόλλου του 1931 που αφορά τις εκκλησίες και τα ελληνικά σχολεία). Είναι αξιοσημείωτο ότι καταβάλλονται προσπάθειες για τη γνώση της τοπικής ιστορίας. απόδειξη η ύπαρξη -ήδη από το 1926- ορισμένων ερευνητικών ιδρυμάτων του Βυζαντινού Πολιτισμού (συμπεριλαμβανομένου του Βαλκανικού, 1963 – Ινστιτούτο Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης). [16]
Οι επιπτώσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα επηρεάσουν τις σχέσεις της χώρας με την Ελλάδα και τους Έλληνες, τους ευρισκόμενους στο έδαφος της Ρουμανίας. Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, υπεισέρχονται αντιτιθέμενες πολιτικές κινήσεις: από τη μια πλευρά, η Ρουμανία συνδράμει ένα μέρος των Ελλήνων που συμμετέχουν στον Εμφύλιο Πόλεμο (καταφθάνουν στη χώρα περίπου 12.000 πολιτικοί πρόσφυγες, ανάμεσα στους οποίους πολλά παιδιά) και από την άλλη, εθνικοποιεί τα εργοστάσια, τις τράπεζες και τις οικίες των Ελλήνων κατοίκων, εξαναγκάζοντας αρκετούς να μεταναστεύσουν. Οι διπλωματικές σχέσεις με την Ελλάδα αποκαθίστανται το 1955 αλλά θα περάσουν σε μια νέα φάση μετά το 1974, μπαίνοντας σε κανονική τροχιά από το έτος 1990 και εξής.
Ο εκδημοκρατισμός της χώρας, η επανόρθωση των αδικαιολόγητων αποφάσεων της κομμουνιστικής διοίκησης (η επιστροφή των περιουσιών των κοινοτήτων), η απελευθέρωση της οικονομίας, του εμπορίου, του πολιτισμού, η προσέλκυση Ελλήνων επενδυτών κ.ά. εξελίξεις καθόρισαν μια επανενεργοποίηση του ελληνικού πληθυσμού που ζει στη Ρουμανία (6.513 άτομα στην απογραφή του 2002). Στο ενδεχόμενο της επιστροφής -έστω και μερικής- στην ενεργό παρουσία που προϋπήρχε του Παγκοσμίου Πολέμου, μια σημαντική συμβολή αποτελεί η μελέτη της ιστορικής εξέλιξης, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας.
3. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ
ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
1204 - Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους, αυξάνεται ο αριθμός των Ελλήνων εμπόρων στις Ρουμανικές Ηγεμονίες.
1339 - Αναφέρονται Έλληνες έμποροι στην Τρανσυλβανία.
14ος αιώνας - Μνημονεύονται Έλληνες έμποροι στη Brăila [Βραΐλα], την Cetatea Alba [Τσετάτεα Άλμπα] και το Braşov [Μπρασόβ].
1440 - Η Ηγεμονία της Μολδαβίας τοποθετεί στην Cetatea Alba [Τσετάτεα Άλμπα] επιγραφή στην ελληνική γλώσσα, όπου αναγράφονται τα προνόμια της πόλης.
1445 - Σημειώνεται η παρουσία Ελλήνων εμπόρων στη Βραΐλα.
1453 - Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αρχίζει η έξοδος των Ελλήνων προς τις Ρουμανικές Ηγεμονίες.
1551 - Το Συμβούλιο του Targu Mures [Τίργκου Μούρες] απαγόρευε στους Έλληνες εμπόρους να δραστηριοποιούνται στην Τρανσυλβανία.
1589 - Buzau [Μπουζάου]: τεκμηρίωση της παρουσίας των Ελλήνων στην πόλη (οι ταξιδιώτες προς την Κωνσταντινούπολη εξυπηρετούνταν από τους Κύπριους εμπόρους).
1590 – Βουκουρέστι: τεκμηρίωση της παρουσίας των Ελλήνων στην πόλη (υπήρχε ένας «μπασάς» των αλλοδαπών εμπόρων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και Έλληνες, από τους οποίους απέμειναν κατάστιχα με λογαριασμούς στην ελληνική γλώσσα).
16ος αιώνας - Οι Έλληνες έμποροι κυριαρχούσαν στο εμπόριο της Μολδαβίας με τις Βαλτικές Χώρες και την Κωνσταντινούπολη.
1636 - Ιδρύεται η Ελληνική Κομπανία του Σιμπίου (1636).
1639 – Πλησίον της Suceava [Σουτσεάβα] τεκμηριώνονται δύο ελληνικές περιοχές, οι οποίες ονομάζονται Greci [Έλληνες].
1672 - Η Ελληνική Κομπανία Graeca ήταν μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές εταιρείες της εποχής, που έλαβε προνόμια στην Τρανσυλβανία από τον Πρίγκιπα Mihai Apafi. Οι πιο πλούσιοι έμποροι χρηματοδότησαν την οικοδόμηση των πρώτων ορθόδοξων εκκλησιών σε πολλές περιοχές της Τρανσυλβανίας.
1678 - Ίδρυση της Εταιρείας των Ελλήνων εμπόρων (κομπανίας) του Μπρασόβ.
ΝΕΩΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
17ος αιώνας - Τα ενετικά αρχεία διασώζουν επιστολές του Γιαννιώτη από το Βουκουρέστι, το Focsani [Φοκσάνι], το Μπρασόβ, το Σιμπίου.
18ος αιώνας - Εμφανίζονται στην Τρανσυλβανία οι εταιρείες των Ελλήνων εμπόρων, η πλειονότητα των οποίων ήταν Μακεδόνες και Ηπειρώτες.
18ος αιώνας - Οι Οθωμανοί διορίζουν μια σειρά από ηγεμόνες στη Μολδαβία (1712-1821) και τη Βλαχία (1716-1821) από τους Έλληνες που κατοικούσαν στη συνοικία Φανάρι της Κωνσταντινούπολης.
1718 - Οι Έλληνες της Τρανσυλβανίας τίθενται υπό βασιλική προστασία, εξαρτώμενοι μόνο από την αυτοκρατορική καγκελαρία των Αψβούργων.
1725 - Ιδρύεται η Ελληνο-σερβική Εμπορική Εταιρεία στο Μπανάτ.
1742 - Μετά την απόφαση που έλαβε η Μαρία Θηρεσία για παραχώρηση της αυστριακής υπηκοότητας, οι Έλληνες εταίροι των κομπανιών φέρνουν τις οικογένειές τους και εγκαθίστανται στην Τρανσυλβανία.
1777 - Η Μαρία Θηρεσία παραχωρεί προνόμια, βάσει των οποίων αναδιοργανώνεται το ελληνικό εμπόριο στην Τρανσυλβανία.
1821 - Αρχίζει το φαινόμενο της αφομοίωσης: πολλοί Έλληνες δεύτερης και τρίτης γενεάς, όντας παντρεμένοι με ντόπιες και έχοντας αποκτήσει σημαντική περιουσία στα Πριγκιπάτα, ζητούν να λάβουν τη ρουμανική ιθαγένεια.
1822 – Ως επακόλουθο της Επανάστασης του 1821, οι Έλληνες συγκεντρώνονται στις πόλεις Γαλάτσι, Κωστάντζα, Τούλτσεα, Σουλίνα, Βραΐλα, Τζιούρτζιου και Τούρνου Μαγκουρέλε.
Στα μετεπαναστατικά χρόνια η ελληνική μετανάστευση γνωρίζει μια προσωρινή αδράνεια, επιβαλλόμενη από τα περιοριστικά μέτρα που υιοθετούν οι ηγεμόνες των Ρουμανικών Χωρών.
1829 - Μετά την Συνθήκη της Αδριανούπολης, συγχρόνως με την απελευθέρωση του εμπορίου στον Δούναβη, οι Έλληνες είναι και πάλι ευπρόσδεκτοι στα Πριγκιπάτα. εγκαθίστανται στο Βουκουρέστι, το Ιάσιο, το Γαλάτσι, τη Βραΐλα, την Κωστάντζα, το Μπρασόβ, το Μποτοσάνι, την Κραϊόβα, την Όρσοβα, το Τούρνου Σεβερίν.
19ος αιώνας – Δημιουργούνται ελληνικές κοινότητες στις πόλεις Βουκουρέστι, Βραΐλα, Κωστάντζα, Γαλάτσι και Τζιούρτζιου.
Μικρότερες κοινότητες στο Ιάσιο, Φοκσάνι, Μποτοσάνι, Μπιρλάντ, Μπακάου, Ρόμαν, Τεκούτσι, Φαλτιτσένι, Βασλούι.
1835 - Λειτουργούν Ελληνικά Προξενεία: Ιάσιο, Φοκσάνι, Φαλτσίου, Μπιρλάντ, Μπακάου, Ρόμαν, Τεκούτσι, Φαλτιτσένι, Βασλούι, Βραΐλα, Πλοέστι, Κραϊόβα, Τζούρτζιου, Μπουζάου, Τούρνου Μαγκουρέλε, Σλάτινα, Τιργκόβιστε, Καλαφάτ, Καλαράσι, Ολτενίτσα, Τούρνου Σεβερίν, Αλεξάνδρεια, Σουλίνα, Κωστάντζα, Σινάια.
1836 - Ο Alexandru Ghica [Αλέξανδρος Γκίκας] ανακηρύσσει τη Βραΐλα ελεύθερη ζώνη εμπορίου και την 1η Μαΐου του 1836 εκχωρεί στους ξένους άδεια να αγοράσουν ακίνητα για κατοικίες στην πόλη.
1837 - Το Γαλάτσι ανακηρύσσεται ελεύθερη ζώνη εμπορίου από τον Mihail Sturdza [Μιχαήλ Στούρτζα].
Από τα μέσα του 19ου αιώνα και μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στις σημαντικότερες πόλεις-λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και του Δούναβη, ιδρύθηκαν και λειτούργησαν, ως απόρροια των διμερών συμφωνιών που υπογράφηκαν ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρουμανία κατά τα έτη 1869, 1900 και 1932, ισχυρές ελληνικές κοινότητες στην Κωστάντζα, τη Μανγκάλια, το Γαλάτσι, τη Βραΐλα, την Τούλτσεα, τη Σουλίνα.
1860 - Οι ελληνικές κοινότητες αναγνωρίσθηκαν επίσημα από τον Alexandru Ioan Cuza [Αλέξανδρο Ιωάννη Κούζα].
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ
1900 - Μετά την υπογραφή ενός συννημένου πρωτοκόλλου στην ρουμανο-ελληνική εμπορική συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ των δύο χωρών, 8 ελληνικές κοινότητες (Βραΐλα, Γαλάτσι, Καλαφάτ, Μανγκάλια, Κωστάντζα, Τούλτσεα, Σουλίνα και Τζιούρτζιου) άρχισαν να λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα, έχοντας το δικαίωμα να διαθέτουν ίδια ιδιοκτησία, σύμφωνα με τους νόμους του Βασιλείου της Ρουμανίας.1931 - Υπογραφή στο Βουκουρέστι της ρουμανο-ελληνικής συνθήκης για το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα και ενός πρωτοκόλλου αναφορικά με τη λειτουργία των εκκλησιών και των ελληνικών σχολείων στη Ρουμανία, τα οποία είχαν την ελευθερία να λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα, συμμορφούμενα στους νόμους του Βασιλείου της Ρουμανίας.
1940 - Ο αριθμός των μελών των ελληνικών κοινοτήτων της Ρουμανίας ανέρχεται στις 50.000. Οι κοινότητες διαθέτον σημαντική οικονομική δύναμη καθώς και αξιόλογο επιστημονικό δυναμικό, όπως και ένα σημαντικό αρχιτεκτονικό απόθεμα (σχολεία, εκκλησίες, πολιτιστικά ιδρύματα, θέατρα, κινηματογράφους, λέσχες, βιβλιοθήκες, αθλητικές εγκαταστάσεις κτλ.)
1943-1949 - Μετά τον τερματισμό του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα, πολλοί από τους συμπαθούντες τον ΕΛΑΣ (Ελληνικό Απελευθερωτικό Στρατό) βρήκαν καταφύγιο στις χώρες του σοβιετικού μπλοκ, μεταξύ των οποίων και στη Ρουμανία. Η μετανάστευση συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974).
1948 - Καταφθάνουν στη Ρουμανία 3.000 παιδιά από την Ελλάδα, που εγκαταστάθηκαν στο Ρόμαν (Roman), το Τούλγκες (Tulghes), την Οράντεα (Oradea) και αργότερα στο Βουκουρέστι, την Κραϊόβα (Craiova), το Τιργκόβιστε (Tîrgoviste), το Σάτου Μάρε (Satu Mare), το Ντουμπραβένι (Dumbrăveni), το Μπρασόβ (Brasov), το Σιμπίου (Sibiu), το Μπακάου (Bacău) και το Ιάσιο.
Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συγχρόνως με την επιβολή του ολοκληρωτικού καθεστώτος στη χώρα, οι ελληνικές κοινότητες περιόρισαν σταδιακά τις δραστηριότητές τους. Κατασχέθηκαν διά της βίας τα αγαθά τους, ενώ τα μέλη τους υποβλήθηκαν σε ταπεινώσεις. καταβλήθηκε μάλιστα προσπάθεια χειραγώγησης και διωγμού ορισμένων εξ αυτών, στο πλαίσιο της πολιτικής της υποχρεωτικής αφομοίωσης.
1948-1954 - Κατάσχεση των αγαθών των ελληνικών κοινοτήτων από τις κομμουνιστικές αρχές.
1950 - Οι περισσότεροι από 9.000 Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες που καταφεύγουν στη χώρα, θα εγκατασταθούν στις πόλεις: Βουκουρέστι, Βραΐλα (Brăila), Γαλάτσι (Galati), Κωστάντζα (Constanta), Μετζιντία (Medgidia), Πλοέστι (Ploieti), Κίμπινα (Cimpina), Μινέτσιου, Μπρασόβ (Brasov), Βίλτσελε (Vilcele), Ονέστι (Onesti), Μοϊνέστι (Moinesti), Ιάσιο, Φαλτιτσένι (Falticeni), Μποτοσάνι (Botosani), Πιτέστι (Pitesti), Κραϊόβα (Craiova), Χουνεντοάρα (Hunedoara), Κλούζ (Cluj) και Οράντεα (Oradea).
1956 - Απαντώνται συνολικά 11.166 Έλληνες στις 16 περιφέρειες της χώρας. από αυτούς ποσοστό περίπου 90% συγκεντρώνεται στις αστικές περιοχές.
1966 - Καταμετρώνται 9.088 παρόντες στους 39 νομούς της χώρας.
1974 - Μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα και την επαναφορά του δημοκρατικού καθεστώτος, πολλοί Έλληνες από τη Ρουμανία επέστρεψαν στην Ελλάδα ή κατευθύνθηκαν σε άλλες χώρες, προκειμένου να επανενώσουν τις οικογένειές τους.
1989 - Πολλοί Έλληνες, που βρήκαν πολιτικό άσυλο στη χώρα στο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1947 και 1952, επαναπατρίζονται.
1990 - Δίδεται μορφή νομικού προσώπου στην Ένωση Ελλήνων Ρουμανίας.
1992 - Η διενεργούμενη απογραφή καταγράφει 3.940 Έλληνες.
1998-1999 – Λαμβάνουν χώρα οι πρώτες επιστροφές περιουσιών προς τις Κοινότητες της Κωστάντζας και του Γαλατσίου κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης του Radu Vasile [Ράντου Βασίλε].
2002 - Ο αριθμός των Ελλήνων που κατοικούν στη χώρα, αρχίζει να αυξάνεται προσεγγίζοντας τους 6.513.
4. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
4.1 Γενικές εργασίες:
1. Andreescu Stefan, Din istoria Mării Negre [Από την ιστορία της Μαύρης θάλασσας], εκδόσεις Enciclopedica, Bουκουρέστι, 2001.
2. Barnea I., Stefănescu S., Din istoria Dobrogei [Από την ιστορία της Δοβρουτσάς], τόμος Γ΄, Bizantini, români şi bulgari la Dunărea de Jos [Βυζαντινοί, Ρουμάνοι και Βούλγαροι στον Κάτω Δούναβη], Bουκουρέστι, 1971.
3. Constantiniu Florin, O istorie sinceră a poporului român [Μία ειλικρινής ιστορία του ρουμανικού λαού], εκδόσεις Univers enciclopedic, Bουκουρέστι, 1997.
4. Gane Constantin, Trecute vieţi de doamne şi domniţe [Περασμένες ζωές κυρίων και δεσποσυνών], εκδόσεις Universitas, Chişinău, 1991.
5. Iorga Nicolae, Istoria românilor în chipuri şi icoane [Ιστορία των Ρουμάνων σε πρόσωπα και εικόνες], εκδόσεις Librăria Socec, Bουκουρέστι, 1905.
6. Iorga Nicolae, Istoria Bisericii Româneşti şi a vieţii religioase a românilor [Ιστορία της ρουμανικής εκκλησίας και της θρησκευτικής ζωής των Ρουμάνων], τόμοι Α΄, Β΄, εκδόσεις Tip. Neamul românesc, Vălenii de Munte, 1908-1909.
7. Iorga Nicolae, Istoria comerţului românesc [Ιστορία του ρουμανικού εμπορίου], εκδόσεις Tip. Neamul românesc, Vălenii de Munte, 1915.
8. Iorga Nicolae, Istoria învăţămîntului românesc [Ιστορία της ρουμανικής παιδείας], Bουκουρέστι, 1928.
9. Iorga Nicolae, Byzance apres Byzance, Bουκουρέστι, 1971.
10. Jelavich Charles, Jelavich Barbara, Formarea statelor naţionale balcanice (Σχηματισμός των εθνικών βαλκανικών κρατών), Έκδ. Dacia, Cluj-Napoca 2001
11. Mantran, Robert, (επιμέλεια), Istoria imperiului otoman [Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας], εκδόσεις All, Bουκουρέστι, 2001.
12. Pascu Ştefan (επιμέλεια), Istoria învăţămîntului din România [Ιστορία της εκπαίδευσης στη Ρουμανία], εκδόσεις Didactică şi Pedagogică, Bουκουρέστι, 1983.
13. Păcurariu M., Istoria Bisericii Ortodoxe Române [Ιστορία της Ορθοδόξου Ρουμανικής Εκκλησίας], τόμοι Α΄- Γ΄, εκδόσεις Institutului Biblic şi de Misiune al Bisericii Ortodoxe Române, Bουκουρέστι, 1980-1981.
14. Istoria României [Ιστορία της Ρουμανίας], τόμοι 'Δ και Ή, εκδόσεις Academiei Republicii Populare România, 1964.
4.2. Εξειδικευμένες εργασίες με χαρακτήρα μονογραφίας:
1. Cicanci O., Companiile greceşti din Transilvania şi comerţul european în anii 1636-1746 [Οι ελληνικές εταιρείες στην Τρανσυλβανία και το ευρωπαϊκό εμπόριο κατά τα έτη 1636-1746], εκδόσεις Academiei R.S.R., Bουκουρέστι, 1981.
2. Brezeanu S., Relaţii româno-elene [Ρουμανο-ελληνικές σχέσεις], εκδόσεις Omonia, Bουκουρέστι, 2003.
3. Constantiniu Florin, Constantin Mavrocordat [Κωνσταντίνος Μαυροκορδάτος], εκδόσεις Militară, Bουκουρέστι, 1985.
4. Curinschi-Vorona, Istoria arhitecturii în România [Ιστορία της αρχιτεκτονικής στη Ρουμανία], εκδόσεις Tehnica, Bουκουρέστι, 1981.
5. Φωκά Σπυρίδωνος, Οι Έλληνες στη ναυσιπλοΐα του Κάτω Δουνάβεως, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, 1975.
6. Georgescu Valentin, Popescu Emanuela, Legislaţia urbană a Ţării Româneşti [Η αστική νομοθεσία της Ρουμανικής Χώρας] 1765-1782, εκδόσεις Academiei Republicii Socialiste România, Bουκουρέστι, 1975.
7. Ionescu Grigore, Arhitectura pe teritoriul României de-a lungul veacurilor [Η αρχιτεκτονική στην επικράτεια της Ρουμανίας ανά τους αιώνες], εκδόσεις Academiei Republicii Socialiste România, Bουκουρέστι, 1989.
8. Lecca Octav-George, Familiile boiereşti române [Οι ρουμανικές οικογένειες των βογιάρων], εκδόσεις Libra, Bουκουρέστι.
9. Papacostea Danielopolu Cornelia, Comunităţile greceşti din România în secolul al XIX-lea [Οι ελληνικές κοινότητες της Ρουμανίας τον 19ο αιώνα], εκδόσεις Omonia, Bουκουρέστι, 1996.
10. Scalcău Paula, Grecii din România [Οι Έλληνες της Ρουμανίας], εκδόσεις Omonia, Bουκουρέστι, 2005.
11. Scalcău Paula, Elenismul în România [Ο ελληνισμός στη Ρουμανία], εκδόσεις Omonia, Bουκουρέστι, 2006.
12. Socolescu Toma, Fresca arhitecţilor care au lucrat în România în epoca modernă, 1800-1925 [Τοιχογραφία των αρχιτεκτόνων που εργάστηκαν στη Ρουμανία τη σύγχρονη εποχή, 1800-1925], εκδόσεις Caligraf, Bουκουρέστι, 2004.
13. Ţipău Mihai, Domnii fanarioţi în Ţările Române (1711-1821) [Οι φαναριώτες ηγεμόνες στις Ρουμανικές Χώρες (1711-1821)], εκδόσεις Omonia, Bουκουρέστι, 2004.
Υποσημειώσεις
[1] Βλ. Octav-George Lecca, Familiile boieresti române [Οι οικογένειες των Ρουμάνων βογιάρων], εκδόσεις Libra.
[5] Radu Olteanu, Bucurestii în date si întîmplari [Το Βουκουρέστι σε ημερομηνίες και συμβάντα], μέρος Α΄και Γ΄, Bucurestii în epoca medie [Το Βουκουρέστι στη μεσαία εποχή], εκδόσεις Paideia, 2002.
[6] Octav-George Lecca, Familiile boieresti române [Οι ρουμανικές οικογένειες των βογιάρων], εκδόσεις Libra.
[7] Σουδίτες/ sudít, sudiţi, κάτοικοι των ρουμανικών χωρών, ευρισκόμενοι υπό την προστασία κάποιας ξένης δύναμης/χώρας, έχοντας μέσω αυτής δικαίωμα ειδικής νομικής προστασίας και ορισμένα προνόμια φορολογικά κ.ά., τα οποία δεν απολάμβαναν οι εντόπιοι (όρος προερχόμενος από τον αντίστοιχο ιταλικό suddito).
[9] Grigore Ionescu, Arhitectura pe teritoriul României de-a lungul veacurilor [Η αρχιτεκτονική στην επικράτεια της Ρουμανίας κατά τη διάρκεια των αιώνων], μέρος Γ΄, Arhitectura medievala [Η μεσαιωνική αρχιτεκτονική], Arhitectura religioasa în vremea domniilor lui Matei Basarab si Constantin Brâncoveanu [Η θρησκευτική αρχιτεκτονική κατά τις εποχές των ηγεμόνων Matei Basarab και Constantin Brâncoveanu], εκδόσεις Academiei Republicii Socialiste România, Βουκουρέστι, 1989.
[10] βλ. Valentin Georgescu, Popescu Emanuela, Legislatia urbana a Tarii Românesti 1765-1782 [Η αστική νομοθεσία της Βλαχίας 1765 – 1782], Εισαγωγή, εκδόσεις Ακαδημίας της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ρουμανίας, Βουκουρέστι, 1975.
[12] Paula Scalcau, , Grecii din România[ Οι Έλληνες της Ρουμανίας], κεφ. Organizarea comunitatilor grecesti... [Η οργάνωση των ελληνικών κοινοτήτων], εκδόσεις Ομόνοια ,2005.
[13] βλ. Istoria României [Ιστορία της Ρουμανίας], τόμοι Δ΄ και Η΄, εκδόσεις Ακαδημίας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ρουμανίας, 1964.
[14] Paula Scalcau, Elenismul în România [Ο ελληνισμός στη Ρουμανία], εκδόσεις Ομόνοια, 2006.
[15] Συλλογή από τον Toma Socolescu, Fresca arhitectilor care au lucrat în România în epoca moderna, 1800-1925 [Φρέσκο των αρχιτεκτόνων που εργάσθηκαν στη Ρουμανία στους νεώτερους χρόνους, 1800 – 1925], εκδόσεις Caligraf, Βουκουρέστι, 2004.


