Η ιστορία

 

(17ος-20ός αιώνας)

Ο Ελληνισμός της Ρουμανίας

Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Επίκουρος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας Α.Π.Θ.

 

Στις 22 Φεβρουαρίου του 1821, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διάβηκε τον ποταμό Προύθο, ενώ με προκήρυξή του δύο μέρες αργότερα από το Ιάσιο προς τους απανταχού Έλληνες, τους κάλεσε να πάρουν τα όπλα και να εξεγερθούν ενάντια στον Οθωμανό Σουλτάνο. Το κίνημα του Υψηλάντη, το οποίο προηγήθηκε χρονικά της επανάστασης στη Νότια Ελλάδα, συντάραξε τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες για πέντε περίπου μήνες. Τελικά όμως στις 7 Ιουνίου του 1821, ο Υψηλάντης και ο Ιερός Λόχος του νικήθηκαν στο Δραγατσάνι από τις συντριπτικά υπέρτερες οθωμανικές δυνάμεις κι έτσι η σπίθα της επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες έσβησε οριστικά. [1]
Η επιλογή των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών για την εκδήλωση του κινήματος του Υψηλάντη δεν υπήρξε τυχαία. Στις περιοχές αυτές, οι οποίες απολάμβαναν ένα προνομιακό καθεστώς αυτονομίας από την Υψηλή Πύλη, διαβιούσε μια πολυπληθής και δυναμική ελληνική κοινότητα, που μπορούσε να διαθέσει στον Έλληνα ιδεολόγο τόσο τις απαραίτητες στρατιωτικές εφεδρείες όσο και σχετικά ασφαλή καταφύγια. Η ελληνική παρουσία[2] στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες τοποθετείται χρονικά λίγο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, όταν οι περιοχές αυτές απέμειναν ουσιαστικά οι μοναδικές σχετικά αυτόνομες νησίδες ορθόδοξης παρουσίας στη Βαλκανική. Επρόκειτο για το «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο», σύμφωνα με την έκφραση του κορυφαίου Ρουμάνου ιστορικού Νικολάε Γιόργκα. Την περίοδο μάλιστα της διακυβέρνησης της Βλαχίας αρχικά από τον Μιχαήλ Γενναίο και στη συνέχεια από τον Ματθαίο Μπασσαράμπα αλλά και της Μολδαβίας από τον Βασίλειο Λούπου, στις αρχές του 17ου αιώνα, πολλοί Έλληνες λόγιοι, έμποροι αλλά και εκκλησιαστικοί άνδρες κατέφυγαν εκεί.[3] Κατά συνέπεια το 1636, μετά την εξασφάλιση σχετικής  άδειας από τον πρίγκιπα – αντιβασιλέα της Τρανσυλβανίας Γεώργιο Ράκοτσι, ιδρύθηκε στο Σιμπίου από Έλληνες η πρώτη «Κομπανία των Ρωμαίων πραγματευτών του Σιμπίου». Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η ελληνική αυτή εμπορική οργάνωση στάθηκε η παλαιότερη εμπορική κομπανία της νοτιοανατολικής Ευρώπης και εξυπηρέτησε κατά πολύ το διαμετακομιστικό εμπόριο προς την Κεντρική Ευρώπη. Μάλιστα, τα 17 από τα πρώτα 24 μέλη της κομπανίας ήταν Μακεδόνες, Ηπειρώτες και Θεσσαλοί. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1678, εμπορική κομπανία ιδρύθηκε και στο Μπρασόβ με πρωτοβουλία των προεστών Κώστα Τζανλή και του μεγαλεμπόρου Μανικάτη Σαφράνου από το Μελένικο.[4] Επίσης το 1648 ξεκίνησε στο Ιάσιο η οικοδόμηση της εκκλησίας των Τριών Ιεραρχών, [5] ενώ το 1690 ο ηγεμόνας Κωνσταντίνος Μπρινκοβεάνου αναδιοργάνωσε το ελληνικό τυπογραφείο στο Βουκουρέστι θέτοντας έτσι τις βάσεις για την πνευματική αναγέννηση που ακολούθησε.[6]
Οι ελληνικές παροικίες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών ήκμασαν ιδιαίτερα κατά την λεγόμενη Φαναριωτική Περίοδο (1711-1821), όταν μια σειρά ελληνικής καταγωγής ηγεμόνες με πρώτο τον Νικόλαο Μαυροκορδάτο ανέλαβαν τον πολιτικό έλεγχο της περιοχής. Το 1714, μάλιστα, ο Μαυροκορδάτος κάλεσε τον φωτισμένο ιεράρχη Χρύσανθο Νοταρά για να αναδιοργανώσει την ελληνική Ακαδημία της πόλης του Ιασίου. Σταδιακά συγκεντρώθηκαν εκεί κυρίως Έλληνες λόγιοι και έμποροι θέλοντας να επωφεληθούν από το καθεστώς των προνομίων.[7] Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ασφαλώς ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος), ο οποίος μάλιστα υπηρέτησε για κάποιο διάστημα ως γραμματικός τον ηγεμόνα της Βλαχίας Μαυρογένη[8] αλλά και αρκετοί από τους απόστολους του ελληνικού Διαφωτισμού, όπως ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας, ο Δανιήλ Φιλιππίδης και ο Βενιαμίν Λέσβιος.[9]
Το πρώτο μισό του 19ου αιώνα αποτέλεσε την «χρυσή εποχή» για τον Ελληνισμό των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Σε αυτό συνετέλεσαν και οι τρεις διαδοχικές συμφωνίες που υπεγράφησαν την ίδια περίοδο, η ρωσοτουρκική Συνθήκη της Αδριανούπολης το 1829, η οποία εξασφάλισε πλήρη αυτονομία στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, η αγγλοτουρκική Συνθήκη του 1838 που οδήγησε στο άνοιγμα των Στενών του Ελλησπόντου για τα εμπορικά πλοία και η Συνθήκη των Παρισίων, το 1856 που διεθνοποίησε τη ναυσιπλοΐα στο Δούναβη και τον Εύξεινο Πόντο. [10] Αστοί, έμποροι, μεταπράτες, λόγιοι και εκπαιδευτικοί σημάδεψαν με την παρουσία τους την οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου. Στο Ιάσιο, την Κωστάντζα, το Μπρασόβ, το Γαλάτσι, το Σιμπίου και αλλού Έλληνες επιχειρηματίες δραστηριοποιήθηκαν στη ναυτιλία και το εμπόριο, αποκτώντας τεράστιες περιουσίες αλλά και πολιτική δύναμη.[11] Ο Παναγιώτης Χαροκόπος, ο γιατρός και εθνικός ευεργέτης Απόστολος Αρσάκης και τα ξαδέλφια Βαγγέλης και Κωνσταντίνος Ζάππας αποτελούν ορισμένους μόνο από τους διαπρεπείς Έλληνες της περιόδου. Ταυτόχρονα δεκάδες σχολεία, πολιτιστικοί σύλλογοι, θεατρικά, πολιτιστικά και αθλητικά σωματεία προσέδιδαν αριστοκρατικά χαρακτηριστικά στις εκδηλώσεις της ελληνικής κοινότητας. Είναι ενδεικτικό πως μόνο κατά την περίοδο 1830-1839 λειτουργούσαν έντεκα ελληνικά σχολεία στο Βουκουρέστι, ενώ κυκλοφορούσαν περίπου 15 περιοδικά έντυπα.[12] Υπολογίζεται πως στα τέλη του 19ου αιώνα – αρχές 20ου αιώνα, ο ελληνισμός της Ρουμανίας προσέγγιζε τα 60.000 άτομα. Στην Κωστάντζα, μάλιστα, διαβιούσαν το 1873 περί τους 1.000 Έλληνες, ενώ η ελληνική κοινότητα στη Βραΐλα ανερχόταν το 1889 σε 10.000 άτομα. Σε ελληνικά χέρια βρισκόταν επίσης και ο έλεγχος του εμπορίου που διεξαγόταν μέσω του Δούναβη. Είναι χαρακτηριστικό πως από τα 568 συνολικά ποταμόπλοια που έπλεαν στον ποταμό, τα 370 ήταν ελληνικά.[13] Όμως την ίδια αυτή περίοδο, η επιδείνωση των ελληνορουμανικών σχέσεων είχε δυσάρεστες επιπτώσεις και στην ελληνική κοινότητα. Η επικράτηση, εξάλλου, μετά το 1850 του κινήματος του Ρομαντισμού και η συνακόλουθη έμφαση στην εθνική ρουμανική γλώσσα και τον πολιτισμό αποτελούσε ανασταλτικό παράγοντα στην επιβίωση της ελληνικής παιδείας. [14] Κυριότερο σημείο προστριβής στάθηκαν τα κληρονομικά δικαιώματα των Ελλήνων επιχειρηματιών που δεν είχαν απογόνους στη Ρουμανία, τις περιουσίες των οποίων διεκδικούσαν και οι δύο πλευρές αλλά και το ζήτημα των Κουτσόβλαχων που διαβιούσαν στην Ελλάδα και τους οποίους παραδοσιακά διεκδικούσε η Ρουμανία, ως ομοεθνείς. Τον Οκτώβριο του 1892, η ελληνική Κυβέρνηση απέσυρε τον Πρεσβευτή της από το Βουκουρέστι ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την άρνηση της ρουμανικής κυβέρνησης να παραχωρήσει στο ελληνικό κράτος την ακίνητη περιουσία του Βαγγέλη Ζάππα. Όμως το καλοκαίρι του 1896, με πρωτοβουλία της Αυστροουγγαρίας, οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών αποκαταστάθηκαν ως αντίβαρο στον σλαβικό άξονα Βουλγαρίας και Σερβίας.[15] Το γεγονός χαιρετίσθηκε από τις δύο πλευρές και αποτέλεσε αφορμή επαινετικών σχολίων στον ελληνικό τύπο: «Ελλάς και Ρουμανία, εν τη ζωηρά αυτών αμίλλη, έδωκαν εις το παρελθόν αφορμάς αμοιβαίων παρεξηγήσεων. Αλλ’ οι παρεξηγήσεις αύται ουδέποτε υπερέβησαν τα κοινά όρια της απλής δυσαρέσκειας και ουδέποτε έλαβον τον χαρακτήρα του φυλετικού μίσους. Έκαστος συναισθάνεται ότι αμφότεραι εισίν χώραι αδελφαί, ότι κατέβαλον κοινούς αγώνας και ότι κοινόν έχουσιν τον προορισμόν εν τη Ανατολή. Έλληνες ηγεμόνες εκεί το πρώτον ανεδείχθησαν και εκείθεν προήλθον ομογενείς πλουτίσαντες διά του εμπορίου, χιλιάδες δε άλλων ομοφύλων εύρον φιλόφρονα ξενίαν και επικερδή ενασχόλησιν, ούτως ώστε έκαστος Έλλην να θεωρή την χώραν ταύτην ως δευτέραν πατρίδα του», έγραφε η εφημερίδα Εμπρός στα τέλη του 1900.[16] Την ίδια περίοδο οι ελληνικές κοινότητες της Ρουμανίας στρατεύθηκαν ενεργά προκειμένου να υποστηρίξουν τις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις. Σε πολλές ρουμανικές πόλεις συστάθηκαν ερανικές επιτροπές για τη συγκέντρωση χρημάτων με σκοπό την ενίσχυση του αγώνα στην Κρήτη.[17] Μάλιστα μόνο από τους Έλληνες της Βράιλας συγκεντρώθηκε και απεστάλη στον ελληνικό Ερυθρό Σταυρό το ποσό των 13.753.95 φράγκων,[18] ενώ ο ομογενής Παναγιώτης Σ. Τοπάλης διέθεσε στον ελληνικό στρατό 4.100 φιάλες κονιάκ, 2.222 τεμάχια ασπρορούχων, 450 κλινοσκεπάσματα και 5.000 δραχμές για τη διατροφή των οικογενειών των εφέδρων. [19] Ταυτόχρονα, στο Βουκουρέστι οι εκεί Έλληνες διοργάνωσαν συλλαλητήριο υπέρ των εν Κρήτη ομογενών τους. Στο συλλαλητήριο χαιρετισμό απηύθυνε και ο Ρουμάνος βουλευτής Μορτσαίν, γεγονός που οδήγησε την ελληνική κοινότητα της Κωστάντζας να του αποστείλει το παρακάτω τηλεγράφημα: «Τιμή προς τον ευγενή της Ρωμουνίας υιόν, τον εν τη παρούση κρισίμω της πατρίδος μας περιστάσει, υψώσαντα την σθεναράν φωνήν του υπέρ των δικαίων λαού απ’ αιώνων αγωνιζομένου κατά της τυραννίας».[20] Η συμμετοχή των ελληνικών κοινοτήτων της Ρουμανίας στους αγώνες του ελληνικού κράτους τεκμαίρεται επίσης και από την αναχώρηση πολλών νεαρών εθελοντών από διάφορες ρουμανικές πόλεις, με σκοπό τη στράτευσή τους στον ελληνικό στρατό. «Ήταν όλοι ένας και ένας», παρατηρούσε ο αρθρογράφος του Εμπρός, «ευρύστερνοι, υψηλόσωμοι, με παράστημα αρειμάνιον, με ύφος πολεμικώτατον. Και διήλθον την οδόν Αιόλου ζητωκραυγάζοντες αυτοί χειροκροτούντος του πλήθους. Διά δε της οδού Ερμού διηυθύνθησαν εις τα ανάκτορα όπου εζητωκραύγασαν υπέρ της βασιλικής οικογενείας, εκείθεν δε διά της οδού Σταδίου διηυθύνθησαν προς το κατάστημα της Εταιρείας του Ελληνισμού, ήτις εφρόντισε περί του προσωρινού καταυλισμού των».[21] Μάλιστα κατά τη διάρκεια του 1903, ο ομογενής επιχειρηματίας Παναγιώτης Φ. Βιολάτος από τη Βράιλα τιμήθηκε με τον αργυρούν Σταυρό του Σωτήρος για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο ελληνικό κράτος.[22]
Η είσοδος του 20ου αιώνα προκάλεσε και πάλι τριγμούς στο οικοδόμημα των ελληνορουμανικών σχέσεων. Υπήρξαν βέβαια και κινήσεις που στόχευαν στην εδραίωση ενός φιλικού κλίματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι την άνοιξη του 1901 οι Έλληνες της Βράιλας σε επίσημο γεύμα επί τη ευκαιρία της ονομαστικής εορτής του βασιλιά Γεωργίου, εξεφώνησαν λόγους υπέρ της ελληνορουμανικής φιλίας. Ανάμεσα στους ομιλητές ήταν και ο πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας  Γ. Κουντούρης, ο Β. Κατσάνης εκπρόσωπος της νεολαίας, οι ομογενείς Κ. Παπαζαχαρίας, Γ. Τσιγάντες, Κ. Παπανικολάου, Μ. Χρυσοβελώνης καθώς και ο Έλληνας Πρεσβευτής Αργυρόπουλος.[23] Παρόλα αυτά στα τέλη του καλοκαιριού του 1905 οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας και Ρουμανίας οξύνθηκαν επικίνδυνα. Τούτη τη φορά αφορμή στάθηκαν οι ρουμανικές διεκδικήσεις στην ελληνική Μακεδονία. «Εάν νομίζωσιν ότι διά των μέσων τούτων θα κατορθώσωσι να εκβιάσωσι την Ελληνικήν Κυβέρνησιν εις οιανδήποτε υποχώρησιν, είναι πλέον προφανές ότι η λογική εγκατέλειψεν οριστικώς τους εν Βουκουρεστίω», παρατηρούσε ο αρθρογράφος της εφημερίδας Εμπρός.[24] Την ίδια εποχή έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία της Κωστάντζας που διηύθυνε ο Φίλιππος Μάνος και η Ματθίλδη Ζαννέτου, το σχολείο που διηύθυνε ο Αντώνιος Παπακωνσταντινίδης στη Βραίλα καθώς και το ιδιωτικό εκπαιδευτήριο του Παναγιωτόπουλου.[25]  Καταστράφηκε επίσης το ελληνικό καφενείο «Ρουμανία» στο Βουκουρέστι και κακοποιήθηκε ο ιδιοκτήτης του Παύλος Σταμούλης, ενώ το Φεβρουάριο του 1906 έξι επιφανείς Έλληνες απελάθηκαν από τη ρουμανική πρωτεύουσα με την κατηγορία της χρηματοδότησης των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων στη Μακεδονία.[26] Ανάμεσα στους απελαθέντες, πολλοί από τους οποίους μάλιστα μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, ήταν και ο διευθυντής της ελληνικής εφημερίδας του Βουκουρεστίου Πατρίς, Σπυρίδων Σίμος.[27] Ο ομογενής επιχειρηματίας Εμπειρίκος διέθεσε ένα ατμόπλοιο για την εσπευσμένη αναχώρηση των Ελλήνων της Βράιλας, ενώ χορήγησε και το ποσό των εκατό φράγκων σε κάθε αναξιοπαθούντα.[28] Η υπόθεση συζητήθηκε και στο ελληνικό Κοινοβούλιο, όπου αρκετοί Έλληνες πολιτικοί κατηγόρησαν ευθέως τη ρουμανική Κυβέρνηση αποδίδοντάς της ευθύνες για τον «διωγμό» των Ελλήνων που διαβιούσαν στην επικράτειά της.[29] Μάλιστα, στο λιμάνι του Πειραιά αγκυροβόλησε το ατμόπλοιο Αβέρωφ μεταφέροντας Έλληνες πρόσφυγες από τη Βράιλα και το Γαλάτσι. [30] Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν τελικά στη διακοπή των ελληνορουμανικών διπλωματικών σχέσεων, τον Ιούνιο του 1906.
Το δυσμενές κλίμα για τους Έλληνες της Ρουμανίας εντάθηκε το επόμενο διάστημα. Στις αρχές του 1907, δολοφονήθηκε στη Βράιλα ο ομογενής Ιωάννης Κωνσταντινίδης. Ως ύποπτοι προσήχθησαν στην τοπική αστυνομία περίπου σαράντα πολίτες, γεγονός που προκάλεσε ανθελληνική έκρηξη με τη διοργάνωση ογκώδους συλλαλητηρίου, το οποίο ως μοναδικό αίτημα είχε την απέλαση όλων των Ελλήνων της πόλης. [31] Στα τέλη του 1907, μάλιστα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Ρουμάνου βασιλιά στη Βράιλα ο Έλληνας μεγαλοβιομήχανος Π. Βιολάτος τιμωρήθηκε με πρόστιμο γιατί ανήρτησε την ελληνική σημαία, ενώ αποδοκιμάσθηκαν έντονα επιφανείς Έλληνες της πόλης που επεδίωξαν να προϋπαντήσουν με μικρό πλοιάριο την βασιλική αντιπροσωπεία.[32] Οι δυσμενείς συνθήκες όμως ουδόλως έκαμψαν το φρόνημα των Ελλήνων ομογενών και τη διάθεση προσφοράς τους στην  πατρίδα. Έτσι, στις αρχές του 1905 οι Έλληνες του Γαλατσίου απέστειλαν στο Υπουργείο Οικονομικών επιταγή ύψους 11.435 φράγκων για να διατεθεί στο Ταμείο Αμύνης, ενώ οι Έλληνες της Βράιλας προσέφεραν το ποσό των 5.076 φράγκων.[33]
Οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών αποκαταστάθηκαν εκ νέου την άνοιξη του 1911 με τη συνδρομή και ορισμένων Μεγάλων Δυνάμεων, που έβλεπαν τα σύννεφα του Μεγάλου Πολέμου να πυκνώνουν απειλητικά πάνω από την Ευρώπη. Στη σχετική συζήτηση που διεξήχθη στο ελληνικό Κοινοβούλιο, ο Υπουργός των Εξωτερικών Ιωάννης Γρυπάρης υποστήριξε πως η επανάληψη των διμερών επαφών ήταν σε κάθε περίπτωση προς το συμφέρον των ελληνικών κοινοτήτων της Ρουμανίας.  «Εν Ρουμανία ζώσιν εργαζόμενοι 20 περίπου χιλιάδες Ελλήνων υπηκόων, εκτός δε των εν τω Δουνάβει και Προύθω υπό ελληνικήν σημαίαν ρυμουλκών και ποταμοπλοίων (280-400) και των εν τω στομίω του Σουλινά κατά την έξοδον εκ του Δουνάβεως σημειουμένων υπό της στατιστικής της ευρωπαϊκής επιτροπής του Δουναβεως υπό ελληνικήν σημαίαν πλοίων μικρού πλου ανερχομένων εις 207 το 1908 και 225 το 1909 και εις τον λιμένα της Κωστάντζας ανέρχεται ετησίως ο αριθμός πλοίων επίσης μικρού πλου ων ο αριθμός κατά τα παρελθόν έτος ανήλθεν και 52 ελληνικών πλοίων αποπλευσάντων υπό φορτίου εκ του λιμένος Κωστάντζας».[34]
Η θέση των Ελλήνων της Ρουμανίας επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Αιτία γι’ αυτό στάθηκε η συστηματική εκρουμανοποίηση των μειονοτήτων που κατοικούσαν στα εδαφικά όρια της Ρουμανίας με άξονα τον περίφημο νόμο περί ιδιωτικής εκπαίδευσης της 17ης Δεκεμβρίου 1925. Ο συγκεκριμένος νόμος, ο οποίος προέβλεπε ότι σε όλα τα σχολεία τόσο ο Διευθυντής όσο και οι καθηγητές θα έπρεπε να είναι ρουμανικής υπηκοότητας ενώ το αναλυτικό πρόγραμμα θα έπρεπε να έχει εξασφαλίσει την έγκριση του ρουμανικού Υπουργείου των Εξωτερικών, επέδρασε αρνητικά και στη λειτουργία των ελληνικών σχολείων. Η ελληνική Πρεσβεία στο Βουκουρέστι διαμαρτυρήθηκε έντονα υποστηρίζοντας πως τα ελληνικά σχολεία δεν ήταν μειονοτικά αλλά ξένα σχολεία, αφού σε αυτά φοιτούσαν αποκλειστικά Έλληνες υπήκοοι πετυχαίνοντας τελικώς τη σιωπηρή εξαίρεση των ελληνικών σχολείων από την υποχρέωση εφαρμογής του νόμου.[35]
Η κατάσταση των ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στη Ρουμανία στη διάρκεια του Μεσοπολέμου αποτυπώνεται γλαφυρά σε έκθεση που συντάχθηκε από την ελληνική Πρεσβεία στο Βουκουρέστι στις 20 Οκτωβρίου 1930. Σύμφωνα με αυτήν, η ελληνική παρουσία εντοπιζόταν κυρίως στο Βουκουρέστι, όπου εξακολουθούσαν να διαβιούν 16-18.000 Έλληνες, οι οποίοι συντηρούσαν την εννεατάξια αστική σχολή αρρένων δαπανώντας κατ’ έτος το ποσόν των 1.000.000 – 1.500.000 λέι καθώς και ένα επτατάξιο παρθεναγωγείο. Έλληνες διαβιούσαν επίσης στη Βράιλα, όπου η εκκλησία του Ευαγγελισμού είχε στην ιδιοκτησία της πεντατάξιο παρθεναγωγείο και επτατάξιο αρρεναγωγείο καθώς και στο Γαλάτσι, όπου λειτουργούσε η εκκλησία της Μεταμορφώσεως, μία εξατάξια αστική σχολή αρρένων, μία εξατάξια σχολή θηλέων και ένα πεντατάξιο κλασικό γυμνάσιο. Επίσης, στο Καλαφάτ η ελληνική εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής διέθετε ένα δημοτικό σχολείο, στην Κωστάντζα η εκκλησία της Μεταμόρφωσης συντηρούσε ένα επτατάξιο σχολείο αρρένων και ένα εξατάξιο σχολείο θηλέων, ενώ στην Τούλτση η εκκλησία του Ευαγγελισμού λειτουργούσε ένα μικτό οκτατάξιο σχολείο. Τέλος στα Σουλινά η εκκλησία του Αγίου Νικολάου είχε στην κατοχή της ένα μικτό πεντατάξιο δημοτικό σχολείο και ένα νηπιαγωγείο, ενώ στο Μπαζαρζίκ η ομογενειακή εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου συντηρούσε ένα μικτό τετρατάξιο σχολείο. [36]
Η ελληνική παρουσία στη Ρουμανία αναζωογονήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1940, όταν περίπου 9.100 πολιτικοί πρόσφυγες από την Ελλάδα -ανάμεσά τους μάλιστα περίπου 5.000 «παιδιά του παιδομαζώματος»- [37] κατέφυγαν εκεί αναζητώντας καλύτερη τύχη. Σήμερα οι Έλληνες που διαβιούν μόνιμα στη χώρα υπολογίζονται σε 6.500 περίπου,[38] αριθμός που προκύπτει προφανώς από την επίσημη ρουμανική στατιστική που διενεργήθηκε το 2002.[39] Παρόλο που η αριθμητική παρουσία της ελληνικής κοινότητας στην περιοχή δεν θυμίζει σε τίποτε τα χρόνια του παρελθόντος και οι διαρκώς αυξανόμενοι μικτοί γάμοι καθιστούν προβληματική την μακροημέρευσή της, είναι αδιαμφισβήτητο πως η κραταιά πολιτιστική συνέχεια του Ελληνισμού στις όχθες του Δούναβη δεν πρόκειται να εξαλειφθεί.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Αθανασίου Θεόδωρος, Περί των ελληνικών σχολών εν Ρουμανία 1644-1821 (Αθήνα, 1898)
  2. Αργυροπούλου Ρωξάνη, «Οι ελληνικές Ακαδημίες του Βουκουρεστίου και του Ιασίου», Ιστορικά, 90 (5 Ιουλίου 2001)
  3. Βρανούσης Ι. Λέων, Ρήγας Βελεστινλής (Αθήνα, 1963)
  4. Brown Keith, Τα «παιδιά-παππούδες» της Μακεδονίας: Διεθνικές πολιτικές μνήμης, εξορίας και επιστροφής, 1948-1998, Βασίλης Κ. Γούναρης & Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης (επιμ.), Πρόσφυγες στα Βαλκάνια. Μνήμη και ενσωμάτωση (Θεσσαλονίκη, 2004), 43-163
  5. Χασιώτης Ιωάννης, Επισκόπηση της Ιστορίας  της νεοελληνικής διασποράς (Θεσσαλονίκη, 1993)
  6. Δημαράς Θ. Κωνσταντίνος, Νεοελληνικός Διαφωτισμός (Αθήνα, 1985)
  7. Διβάνη Λένα, Ελλάδα και μειονότητες. Το σύστημα διεθνούς προστασίας της Κοινωνίας των Εθνών (Αθήνα, 2000)
  8. Καραθανάσης Αθανάσιος, Οι Έλληνες λόγιοι στη Βλαχία (1670-1714). Συμβολή στη μελέτη της ελληνικής πνευματικής κίνησης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες κατά την προφαναριωτική περίοδο (Θεσσαλονίκη, 2000)
  9. Κιτρομηλίδης Μ. Πασχάλης, Η Γαλλική Επανάσταση και η Νοτιοανατολική Ευρώπη (Αθήνα, 2000)
  10. Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, «Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η εξέγερση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες», στο Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών (επιμ.), Μνήμη Αλέξανδρου Υψηλάντη. 200 χρόνια από τη γέννησή του (1792-1992) (Θεσσαλονίκη, 1995)
  11. Scalcau Paula, Grecii Din Romania (Βουκουρέστι, 2005)
  12. Σφέτας Σπυρίδων, «Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνορουμανικών πολιτικών σχέσεων (1866-1913)», Μακεδονικά, 33 (2003), 23-47
  13. Ταμπάκη Άννα, «Οι Έλληνες στη Ρουμανία», Ιστορικά, 90 (5 Ιουλίου 2001)
  14. Τσούρκα – Παπαστάθη Δέσποινα, Η ελληνική εμπορική κομπανία του Σιμπίου Τρανσυλβανίας 1636-1848 (Θεσσαλονίκη, 1994)
  15. Ψυρούκης Νίκος, Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο (Αθήνα, 1974)

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, «Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η εξέγερση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες», στο Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών (επιμ.), Μνήμη Αλέξανδρου Υψηλάντη. 200 χρόνια από τη γέννησή του (1792-1992) (Θεσσαλονίκη, 1995), σ.59.

[2] Η πλέον σύγχρονη μελέτη για τον Ελληνισμό της Ρουμανίας είναι εκείνη της Paula Scalcau, Grecii Din Romania (Βουκουρέστι, 2005).

[3] Αθανάσιος Καραθανάσης, Οι Έλληνες λόγιοι στη Βλαχία (1670-1714). Συμβολή στη μελέτη της ελληνικής πνευματικής κίνησης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες κατά την προφαναριωτική περίοδο (Θεσσαλονίκη, 2000), σ.25.

[4] Δ. Τσούρκα – Παπαστάθη, Η ελληνική εμπορική κομπανία του Σιμπίου Τρανσυλβανίας 1636-1848 (Θεσσαλονίκη, 1994).

[5] Θεόδωρος Αθανασίου, Περί των ελληνικών σχολών εν Ρουμανία 1644-1821 (Αθήνα, 1898), σ. 36.

[6] Ρωξάνη Αργυροπούλου, «Οι ελληνικές Ακαδημίες του Βουκουρεστίου και του Ιασίου», Ιστορικά, 90 (5 Ιουλίου 2001), σ. 27.

[7] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Η Γαλλική Επανάσταση και η Νοτιοανατολική Ευρώπη (Αθήνα, 2000), σσ. 43-44.

[8] Λ. Ι. Βρανούσης, Ρήγας Βελεστινλής (Αθήνα, 1963), σσ. 21 κε.

[9] Βλέπε σχετικά τη μελέτη του Κ. Θ. Δημαρά, Νεοελληνικός Διαφωτισμός (Αθήνα, 1985).

[10] Ι. Χασιώτης, Επισκόπηση της Ιστορίας  της νεοελληνικής διασποράς (Θεσσαλονίκη, 1993), σ. 84.

[11] Ένας τομέας ιδιαίτερης ενασχόλησης των Ελλήνων εμπόρων υπήρξε η εμπορία σιτηρών βλ. Νίκος Ψυρούκης, Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο (Αθήνα, 1974), σ.128.

[12] Άννα Ταμπάκη, «Οι Έλληνες στη Ρουμανία», Ιστορικά, 90 (5 Ιουλίου 2001), σ. 16.

[13] Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από έκθεση του Έλληνα Πρόξενου στη Βράιλα, ο οποίος παραπέμπει σε επίσημα στοιχεία των ρουμανικών αρχών βλ. Σκρίπτ, 19 Αυγούστου 1898.

[14] Άννα Ταμπάκη, ό.π., σ. 14.

[15] Σπυρίδων Σφέτας, «Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνορουμανικών πολιτικών σχέσεων (1866-1913)», Μακεδονικά, 33 (2003), σσ.33-34.

[16] Εμπρός, 23 Δεκεμβρίου 1900.

[17] Εμπρός, 14 Φεβρουαρίου 1897.

[18] Εμπρός, 14 Ιουνίου 1897.

[19] Εμπρός, 26 Ιουνίου 1897.

[20] Εμπρός, 21 Απριλίου 1897.

[21] Εμπρός, 21 Απριλίου 1897.

[22] Εμπρός, 9 Ιανουαρίου 1903.

[23] Εμπρός, 2 Μαΐου 1901.

[24] Εμπρός, 13 Αυγούστου 1905.

[25] Εμπρός, 27 Δεκεμβρίου 1905.

[26] Σφέτας, ό.π., σσ.42-43.

[27] Εμπρός, 17 Αυγούστου 1905.

[28] Εμπρός, 7 Φεβρουαρίου 1906.

[29] Εμπρός, 2 Ιουνίου 1906.

[30] Εμπρός, 10 Ιουνίου 1906.

[31] Εμπρός, 25 Φεβρουαρίου 1907.

[32] Εμπρός, 28 Σεπτεμβρίου 1907.

[33] Εμπρός, 2 Μαρτίου 1905.

[34] Εμπρός, 6 Μαΐου 1911.

[35] Λένα Διβάνη, Ελλάδα και μειονότητες. Το σύστημα διεθνούς προστασίας της Κοινωνίας των Εθνών (Αθήνα, 2000), σσ.128-129.

[36] Διβάνη, ό.π., σσ.127-128.

[37] Keith Brown, Τα «παιδιά-παππούδες» της Μακεδονίας: Διεθνικές πολιτικές μνήμης, εξορίας και επιστροφής, 1948-1998, Βασίλης Κ. Γούναρης & Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης (επιμ.), Πρόσφυγες στα Βαλκάνια. Μνήμη και ενσωμάτωση (Θεσσαλονίκη, 2004), σσ.96-97.

[38] Πρόκειται για επίσημα στοιχεία του ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών βλ. http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/el-GR/Policy/Geographic+Regions/South-Eastern+Europe/Balkans/Bilateral+Relations/Romania/.

[39] Η συγκεκριμένη στατιστική έκανε λόγο για 6.513 Έλληνες επί συνόλου 21.698.181 κατοίκων της Ρουμανίας βλ. Scalcau (2005), ό.π., σ.200.